Skip to content

Όταν το «ολιστικό» γίνεται άλλοθι για το «τα κάνω όλα»

Δρ. Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου

Συμβουλευτική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια (PsyD, MSc) και Σύμβουλος Υπογονιμότητας, με εξειδίκεξη στη Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία (REBT)

Υπάρχει μια λέξη που ακούμε όλο και συχνότερα στον χώρο της υγείας, της ψυχικής υγείας, της διατροφής, της ευεξίας αλλά και γενικότερα στις επιστήμες.  Ολιστικός, ολιστική προσέγγιση, ολιστική θεραπεία, ολιστική αντιμετώπιση. Θα ήθελα να κάνουμε μια παύση και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «ολιστικός». Το «ολιστικό» δεν σημαίνει «κάνω πολλά», προσθέτω περισσότερες εξετάσεις, περισσότερες τεχνικές, περισσότερα συμπληρώματα, περισσότερες θεραπείες ή περισσότερους ειδικούς και, επειδή τα κάνω όλα μαζί, η προσέγγισή μου γίνεται αυτομάτως ολιστική. Μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Ήδη από το 1977, ο George Engel άσκησε κριτική στο αποκλειστικά βιοϊατρικό μοντέλο και πρότεινε το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο. Δηλαδή την ανάγκη να κατανοούμε την υγεία και την ασθένεια μέσα από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Η ιδέα αυτή είναι πολύ διαφορετική από το «ας τα κάνουμε όλα». Λέει κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο απαιτητικό. Να μην αναζητάμε υποχρεωτικά μια μοναδική εξήγηση για ένα σύνθετο ανθρώπινο πρόβλημα.

Ο ύπνος μπορεί να επηρεάζει τη διάθεση. Το χρόνιο στρες μπορεί να επηρεάζει τη σωματική υγεία. Οι συνθήκες ζωής μπορούν να επηρεάζουν την υγεία. Η κοινωνική απομόνωση μπορεί να επηρεάζει την ψυχική και σωματική λειτουργικότητα. Και, αντίστροφα, ένα σωματικό πρόβλημα μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά, τις σχέσεις, την εργασία και την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε μία από αυτές τις διαστάσεις και να ακυρώσουμε τις υπόλοιπες. Ομως χρειάζεται να καταλάβουμε πώς συνδέονται μεταξύ τους.

Διότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα σύμπτωμα και αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία κινείται η σύγχρονη έννοια του whole-person health. Αντί να αντιμετωπίζουμε μόνο μια ασθένεια ή ένα απομονωμένο σύμπτωμα, εξετάζουμε τον άνθρωπο μέσα στο σύνολο των αλληλοσυνδεόμενων βιολογικών, συμπεριφορικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία του. Επομένως το ερώτημα δεν είναι απλά και μόνο ποιο είναι το σύμπτωμα αλλά ποιος είναι ο άνθρωπος που έχει αυτό το σύμπτωμα; Πώς κοιμάται; Πώς τρέφεται; Πώς ζει; Τι στρες βιώνει; Τι υποστήριξη έχει; Ποιο είναι το περιβάλλον του; Πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος το πρόβλημά του; Τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει. Και, κυρίως τι χρειάζεται αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος;

Ολιστικό δεν σημαίνει «τα κάνω όλα». Και μπορώ να πω ότι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση. Η ολιστική προσέγγιση συχνά συγχέεται με την πολυπραγμοσύνη. Με την ιδέα ότι όσο περισσότερα μπορεί να προσφέρει ένας επαγγελματίας, τόσο πιο «ολιστικός» είναι. Όμως το να κάνεις πολλά πράγματα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κατανοείς καλύτερα το πρόβλημα. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι κάνεις πολλά πράγματα. Η ολιστική προσέγγιση δεν μετριέται με τον αριθμό των παρεμβάσεων αλλά από το αν αυτές οι παρεμβάσεις έχουν λόγο ύπαρξης, αν συνδέονται μεταξύ τους, αν είναι κατάλληλες για τον συγκεκριμένο άνθρωπο και αν στηρίζονται στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Η συσσώρευση δεν είναι ενσωμάτωση όπως και η εξειδίκευση δεν είναι το αντίθετο της ολιστικότητας. Ακόμη μια σημαντική παρανόηση. Ότι για να μπορεί ένας επιστήμονας να βλέπει «ολιστικά» έναν άνθρωπο, πρέπει να γνωρίζει και να εφαρμόζει τα πάντα. Επουδενει δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αυτό που κάνει πιο υπεύθυνη την ολιστική προσέγγιση είναι η εξειδίκευση.  Ένας επιστήμονας γίνεται καλύτερος όταν γνωρίζει σε βάθος το δικό του πεδίο και εξίσου καλά τα όρια του. Οχι όταν διευρύνει συνεχώς το πεδίο στο οποίο δηλώνει ειδικός. Διότι εξειδίκευση δεν σημαίνει ότι βλέπω μόνο ένα κομμάτι του ανθρώπου αλλά ότι γνωρίζω πολύ καλά το κομμάτι που μου αναλογεί και μπορώ να το εντάξω στη συνολική εικόνα. Ο γιατρός δεν χρειάζεται να γίνει ψυχολόγος για να αναγνωρίσει ότι η ψυχολογική κατάσταση του ασθενούς του μπορεί να έχει σημασία. Ο ψυχολόγος δεν χρειάζεται να γίνει γιατρός για να αντιληφθεί ότι ένα σύμπτωμα μπορεί να χρειάζεται και ιατρική διερεύνηση. Ο διατροφολόγος δεν χρειάζεται να γίνει ψυχοθεραπευτής για να καταλάβει ότι η σχέση ενός ανθρώπου με το φαγητό μπορεί να έχει διαστάσεις που ξεπερνούν τη διατροφή. Χρειάζεται να ξέρουν πότε το δικό τους πεδίο επαρκεί, πότε δεν επαρκεί και με ποιον πρέπει να συνεργαστούν.

Αυτό είναι διεπιστημονικότητα. Δεν είναι τα κάνω όλα. Είναι ξέρω τι μπορώ να κάνωξέρω τι δεν μπορώ να κάνω και ξέρω ποιος χρειάζεται να μπει στη φροντίδα όταν χρειάζεται. Και ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα για έναν σωστό επαγγελματία και καλό επιστήμονα είναι να ξέρει και τα όρια του. Να μπορεί να πει ότι αυτό δεν ανήκει στη δική μου ειδικότητα και χρειάζομαι  τη συμβολή ενός άλλου επιστήμονα. Να μπορεί να πει δεν γνωρίζω αρκετά για να δώσω απάντηση σε αυτό. Να μπορεί να σταθεί σε αυτό που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα και να το αναφέρει όταν δεν έχει επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Γιατί αυτές οι φράσεις αποδεικνύουν την επιστημονική του αξία. Η επιστημονική επάρκεια δεν είναι η ικανότητα να έχεις απάντηση για όλα αλλά να αναγνωρίζεις πού τελειώνει η δική σου γνώση. Και από εκεί μπορεί να αρχίσει η συνεργασία.

Γιατί η ολιστική προσέγγιση σημαίνει συνεργασία Ένας άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται περισσότερους από έναν επαγγελματίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να κάνουν τα πάντα. Σημαίνει ότι ο καθένας φέρνει τη δική του εξειδίκευση στη συνολική εικόνα. Ο ένας βλέπει κάτι που ο άλλος δεν βλέπει. Ο ένας γνωρίζει κάτι που ο άλλος δεν γνωρίζει. Και ο άνθρωπος που βρίσκεται στο κέντρο δεν χρειάζεται να επιλέξει ποιος από όλους «έχει όλη την αλήθεια». Χρειάζεται επαγγελματίες που μπορούν να συνεργαστούν.

Η ολιστικότητα, λοιπόν, απαιτεί περισσότερη εξειδίκευση, γιατί όσο πιο σύνθετο είναι ένα πρόβλημα, τόσο περισσότερο χρειάζεται να γνωρίζουμε σε βάθος τις διαφορετικές πλευρές του. Και το «όλα» μπορεί να είναι και το αντίθετο του ολιστικού. Επειδή ένα πρόβλημα είναι σύνθετο, μπορεί να πιστέψουμε ότι η λύση είναι να προσθέσουμε τα πάντα. Μία εξέταση ακόμη. Ένα συμπλήρωμα ακόμη. Μία τεχνική ακόμη. Μία θεραπεία ακόμη. Ένας ακόμη ειδικός. Μέχρι που ο άνθρωπος βρίσκεται να ακολουθεί ένα τεράστιο πρόγραμμα παρεμβάσεων, χωρίς να είναι πάντοτε ξεκάθαρο ποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει η καθεμία, ποια είναι η ένδειξή της και τι πραγματικά γνωρίζουμε για την αποτελεσματικότητά της. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ολιστική φροντίδα. Μπορεί να είναι απλώς συσσώρευση. Κάτι πολύ διαφορετικό από την ενσωμάτωση. Η πραγματικά ολιστική προσέγγιση λοιπόν είναι πιο δύσκολη γιατί απαιτεί να αντέξουμε την πολυπλοκότητα. Να μην ψάχνουμε πάντα τον έναν «ένοχο». Να μην υποσχόμαστε μία μαγική λύση. Να μην αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους με το ίδιο πρωτόκολλο. Να μπορούμε να πούμε όταν κάτι δεν το γνωρίζω , όταν δεν ανήκει στη δική μου ειδικότητα, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα πίσω από κάθε εύρημα, όταν χρειάζεται η συμβολή ενός άλλου επαγγελματία. 

Και το πιο σημαντικό , να μπορούμε να ξεχωρίζουμε αυτό που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο από αυτό που απλώς ακούγεται ωραίο επειδή χαρακτηρίζεται “ολιστικό”. Γιατί τελικά, η ολιστική προσέγγιση δεν είναι διαγωνισμός για το ποιος κάνει περισσότερα. Είναι προσπάθεια να καταλάβουμε περισσότερα.  Δεν είναι να διευρύνω αυθαίρετα τα όρια της ειδικότητάς μου. Είναι να μπορώ να δω πέρα από αυτά, χωρίς να προσποιούμαι ότι δεν υπάρχουν. Δηλαδή η πιο ουσιαστική μορφή επιστημονικής ταπεινότητας… Να γνωρίζω το δικό μου κομμάτι τόσο καλά, ώστε να μπορώ να αναγνωρίσω πότε χρειάζομαι και το κομμάτι κάποιου άλλου.

Ολιστικό, λοιπόν, δεν σημαίνει «Τα κάνω όλα και συμφέρω». Σημαίνει ότι βλέπω όλο  το παζλ και ξέρω ποιο κομμάτι μπορώ να προσθέσω εγώ. 

ΔιεπιστημονικότηταΙωάννα ΘεοδωρακοπούλουΟλιστική προσέγγισηΨυχική Υγεία

Σχετικά άρθρα

Comments (0)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Editorial

Αιμίλιος Νεγκής

Διευθυντής Σύνταξης, virus.com.gr
& Pharma Health Business magazine

Περιοδικό Pharma & Health Business

Απόψεις

Back To Top