Η θεραπευτική πλασμαφαίρεση (Therapeutic Plasma Exchange – TPE) αποτελεί μία από τις πιο εξειδικευμένες και άμεσα δραστικές παρεμβάσεις της σύγχρονης ιατρικής. Πρόκειται για διαδικασία κατά την οποία το αίμα του ασθενούς περνά μέσα από ειδική συσκευή που διαχωρίζει και αφαιρεί το πλάσμα, ενώ τα κυτταρικά στοιχεία επιστρέφουν στον οργανισμό.
Το πλάσμα που αφαιρείται αντικαθίσταται με αλβουμίνη 5%, φυσιολογικό ορό ή, σε ειδικές περιπτώσεις, με φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα. Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Κωνσταντίνος Γιάννακας (Αιματολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, ΕΚΠΑ), εξηγούν ότι ο στόχος της πλασμαφαίρεσης είναι διττός: αφενός η αφαίρεση παθογόνων παραγόντων που κυκλοφορούν στο πλάσμα, αφετέρου η αναπλήρωση κρίσιμων παραγόντων σε συγκεκριμένες νόσους.
Πώς πραγματοποιείται η πλασμαφαίρεση – Η διαδικασία βήμα προς βήμα
Η πλασμαφαίρεση απαιτεί οργανωμένη μονάδα, εξειδικευμένο προσωπικό και αυστηρή τήρηση πρωτοκόλλων. Η διαδικασία περιλαμβάνει:
Αγγειακή πρόσβαση:
Η πρόσβαση επιτυγχάνεται μέσω δύο περιφερικών φλεβικών καθετήρων (ένας για αφαίρεση, ένας για επαναχορήγηση). Σε ασθενείς με δύσκολη φλεβική πρόσβαση ή ανάγκη πολλαπλών συνεδριών χρησιμοποιείται κεντρικός φλεβικός καθετήρας διπλού αυλού.
Διαχωρισμός του αίματος:
Το αίμα οδηγείται στη συσκευή όπου διαχωρίζεται με φυγοκέντρηση ή μεμβρανική διήθηση. Χρησιμοποιούνται κιτρικά άλατα ως αντιπηκτικά για να αποτραπεί η πήξη στο κύκλωμα.
Όγκος ανταλλαγής:
Σε κάθε συνεδρία ανταλλάσσεται συνήθως 1–1,5 όγκος πλάσματος, δηλαδή περίπου 3–4 λίτρα για έναν ενήλικα. Η διάρκεια κυμαίνεται από 1,5 έως 3 ώρες.
Αριθμός συνεδριών:
Εξαρτάται από την ένδειξη και κυμαίνεται συνήθως από 5 έως 7 συνεδρίες, καθημερινά ή ανά δεύτερη ημέρα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ο ασθενής παρακολουθείται συνεχώς ως προς ζωτικά σημεία, ισορροπία υγρών και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Ενδείξεις πλασμαφαίρεσης – Πότε αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής
Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες (2023) καταγράφουν 166 ενδείξεις για πλασμαφαίρεση, ταξινομημένες σε τέσσερις κατηγορίες:
Κατηγορία I (θεραπεία πρώτης γραμμής), Κατηγορία II (δεύτερης γραμμής), Κατηγορία III (εξατομικευμένη απόφαση) και Κατηγορία IV (αντενδείκνυται).
Στις πιο σημαντικές ενδείξεις περιλαμβάνονται:
Αιματολογικά νοσήματα:
Θρομβωτική θρομβοκυτταραιμική πορφύρα (TTP), σύνδρομο υπεργλοιότητας, σύνδρομο Goodpasture, οξέα σύνδρομα δρεπανοκυτταρικής νόσου.
Νευρολογικά νοσήματα:
Μυασθένεια gravis (κρίση και προεγχειρητική προετοιμασία), σύνδρομο Guillain-Barré, CIDP, οξείες υποτροπές σκλήρυνσης κατά πλάκας χωρίς ανταπόκριση σε κορτικοστεροειδή.
Νεφρολογικά / αγγειιτιδικά:
Ταχέως προϊούσα σπειραματονεφρίτιδα με ANCA, άτυπο αιμολυτικό-ουραιμικό σύνδρομο.
Μεταμοσχεύσεις:
Απώθηση με αντίσωμα (AMR), απευαισθητοποίηση πριν από μεταμόσχευση με ασυμβατότητα ABO ή υψηλά αντισώματα HLA.
Λοιπές ενδείξεις:
Οξεία ηπατική ανεπάρκεια, οικογενής υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμική παγκρεατίτιδα.
Προϋποθέσεις ασφάλειας – Πότε η πλασμαφαίρεση γίνεται σωστά
Παρότι θεωρείται γενικά ασφαλής, η πλασμαφαίρεση απαιτεί αυστηρές συνθήκες:
- οργανωμένη μονάδα αφαίρεσης ή αιμοδοσίας,
- πλήρη αιματολογικό και βιοχημικό έλεγχο πριν από τη συνεδρία,
- συνεχή παρακολούθηση ζωτικών παραμέτρων,
- σωστή διαχείριση του καθετήρα για αποφυγή λοιμώξεων,
- ενήμερη συγκατάθεση του ασθενούς.
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν παροδικές αντιδράσεις στα κιτρικά, πτώση πίεσης, κόπωση και αιμάτωμα. Σπανιότερες αλλά σοβαρές επιπλοκές είναι αλλεργικές αντιδράσεις, λοίμωξη καθετήρα, αιμορραγία και αρρυθμίες.
Μετά από κάθε συνεδρία αφαιρούνται παράγοντες πήξης και ανοσοσφαιρίνες, γεγονός που απαιτεί προσοχή σε αιμορραγικό και λοιμώδες κίνδυνο.
Γιατί παραμένει αναντικατάστατη – Η άμεση δράση που σώζει ζωές
Παρά την πρόοδο των βιολογικών θεραπειών, η πλασμαφαίρεση παραμένει θεμέλιο της σύγχρονης μεταγγισιοθεραπείας. Δρα άμεσα, αφαιρώντας παθογόνες ουσίες μέσα σε λίγες ώρες — κάτι καθοριστικό σε καταστάσεις όπως η TTP, η μυασθενική κρίση και το σύνδρομο υπεργλοιότητας. Η συστηματική ενσωμάτωσή της στις διεθνείς οδηγίες και η συνεχής επικαιροποίηση των ενδείξεών της επιβεβαιώνουν τον αναντικατάστατο ρόλο της στην κλινική ανοσολογία και την επείγουσα ιατρική.























Comments (0)