Σχετικά με το άρθρο του Αιμίλιου Νεγκή στις 16.11.2016 με τίτλο «Έξι αλλαγές φωτιά στο φάρμακο» από την Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) λάβαμε την ακόλουθη απάντηση:
«Προκαλεί εντύπωση η παντελώς ατεκμηρίωτη τοποθέτηση το άρθρου η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ότι πραγματικά συμβαίνει σήμερα στην φαρμακευτική αγορά. Κανείς δεν έχει ποτέ διατυπώσει σε δημόσιο επίπεδο ανάλογες απόψεις σε σχέση με την υιοθέτηση μέτρων για την αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων.
- Θυμίζουμε ότι το clawback είναι συνέπεια της υπέρβασης του κλειστού προϋπολογισμού, η οποία προκαλείται από τα ακριβά εισαγόμενα φάρμακα τα οποία διεισδύουν άκριτα στην αγορά και αποζημιώνονται χωρίς κανένα έλεγχο, αναδεικνύοντας ακόμη και σήμερα τη χώρα μας στην πρώτη θέση σε κατανάλωση νέων δραστικών.
- Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες γενοσήμων να καλούνται να καταβάλλουν υπέρογκα άδικα clawback λόγω της υπέρβασης για την οποία δεν έχουν καμία ευθύνη. Είναι μάλιστα μοναδικό το γεγονός ότι φέτος, οι εταιρείες γενοσήμων με μικρότερα μερίδια αγοράς και με δυσανάλογες μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων τους καταλήγουν να επιβαρύνονται με υψηλότερο clawback.
- Είναι δεδομένο ότι η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα με βάση την προαναφερόμενη διείσδυση των ακριβών φαρμάκων. Όμως τα γενόσημα φάρμακα της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας αποτελούν περίπου το 20% της φαρμακευτικής δαπάνης και έχουν μέση τιμή που δεν ξεπερνά τα 8 ευρώ. Το υπόλοιπο 80% αφορά σε εισαγόμενα φάρμακα που έχουν μέση τιμή από 50 έως 250 ευρώ, ανάλογα με την θεραπευτική τους κατηγορία. Είναι λοιπόν παράλογο να πιστεύει κανείς ότι η δαπάνη εκτροχιάζεται λόγω των γενοσήμων.
- Είναι επίσης παράλογο να πιστεύει κανείς ότι η συμπίεση των τιμών των γενοσήμων, (με δεδομένα τα rebate και clawback) αρκεί για την αποζημίωση της καινοτομίας. Ακόμη και εάν οι τιμές των γενοσήμων έφταναν στο μηδέν, η δαπάνη θα εξακολουθούσε να αυξάνεται λόγω της αδυναμίας ελέγχου της υποκατάστασης των παλαιών από τα νεότερα ακριβότερα φάρμακα. Αντ’ αυτού ας αναρωτηθούμε πρώτα πόση πραγματική «καινοτομία» ενσωματώνουν τα νέα φάρμακα.
- Επιστρέφουμε στο ακέραιο τους μοναδικούς επιλεκτικούς χαρακτηρισμούς περί δήθεν κρατικοδίαιτης φαρμακοβιομηχανίας : πως είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται ως κρατικοδίαιτες οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες που διαθέτουν προϊόντα με μέση λιανική τιμή 8 ευρώ (3,4 ευρώ μετά από τα rebate – clawback), έχουν μόνο το 20% της αγοράς ενώ παράλληλα δέχονται μειώσεις τιμών της τάξεως των 25%-30% κάθε χρόνο ενώ αντίθετα οι εισαγωγικές εταιρείες που έχουν το 80% της αγοράς, διαθέτουν προϊόντα με μέση τιμή από 50 έως 250 ευρώ τα οποία υπόκεινται σε ετήσιες μειώσεις που δεν ξεπερνούν το 2% – 3% να χαρακτηρίζονται αστέρες της ανταγωνιστικότητας; Μπορεί ο όρος ¨κρατικοδίαιτος¨ να ερμηνεύεται υπό μια μοναδική οπτική στο άρθρο αλλά τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους.
- Η ανάγκη διατήρησης των φθηνών φαρμάκων στο σύστημα δεν προκύπτει ως προσπάθεια στήριξης της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας, αλλά αφορά στην διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος φαρμακευτικής φροντίδας. Είτε αρέσει είτε όχι σε αυτούς που εισάγουν πανάκριβα φάρμακα των οποίων οι υψηλές τιμές δεν δικαιολογούνται με βάση το βαθμό καινοτομίας που ενσωματώνουν, τα παλαιά φάρμακα πρέπει να παραμείνουν στο σύστημα παράγοντας εξοικονομήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα φάρμακα με τιμή έως 7 ευρώ αναλογούν μόλις στο 7,5% δαπάνης (αλλά στο 40% του όγκου) δεν στηρίζονται και κατά συνέπεια υποκαθίστανται από νεότερα ακριβότερα. Γιατί άραγε αυτό αποσιωπείται στο συγκεκριμένο άρθρο;
- Επαναλαμβάνουμε για μια ακόμη φορά ότι η σύγκριση των τιμών μεταξύ χωρών με διαφορετικά μεγέθη αγοράς, διαφορετικά συστήματα αποζημίωσης, διαφορετική κουλτούρα χρήσης γενοσήμων και διαφορετικές πρόσθετες υποχρεωτικές επιβαρύνσεις εκτός από αδόκιμη, είναι και επικίνδυνη. Και στο παρελθόν έχει χρησιμοποιηθεί η επιλεκτική σύγκριση τιμών σε συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα ώστε να προκύψουν «αβίαστα» συμπεράσματα.
- Υπενθυμίζουμε ακόμη ότι το κόστος παραγωγής φαρμάκων στην ελληνική πραγματικότητα της γραφειοκρατίας, της παντελούς έλλειψης ρευστότητας, των καθυστερήσεων και των απανωτών στρεβλώσεων ξεπερνά το 50%. Στο κόστος αυτό θα πρέπει να προστεθούν οι αποσβέσεις, ο επιμερισμός των γενικών εξόδων, τα βέβαια τα πάσης φύσεως rebate και clawback.
- Είναι γεγονός ότι κάθε χώρα ακολουθεί διαφορετική φαρμακευτική πολιτικήαλλά όλες συγκλίνουν στο εξής: Πρώτα τα γενόσημα κερδίζουν όγκο και σταδιακά όσο αυξάνεται ο όγκος τους, οι τιμές τους μειώνονται. Στην Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια οι τιμές των γενοσήμων μειώθηκαν κατά 60% αλλά ο όγκος τους παραμένει στα ίδια επίπεδα. Γιατί αγνοούνται τα δεδομένα αυτά;
- Ποιος λοιπόν είναι ο λόγος να μειώνουμε τις τιμές των γενοσήμων, όταν αυτά δεν χρησιμοποιούνται; Μήπως η πίεση στην τιμή των γενοσήμων λειτουργεί σαν μηχανισμός εξουδετέρωσης του εγχώριου ανταγωνισμού και μετατόπισης της κατανάλωσης σε νεότερα ακριβότερα φάρμακα; Μήπως δεν είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όπου η πραγματική δαπάνη αυξάνεται παρόλο που οι τιμές μειώνονται;
- Είναι εύκολο να παίζει κανείς με την αγωνία των ασθενών υποδαυλίζοντας τον φόβο ότι δήθεν δεν θα έχουν πρόσβαση στην καινοτομία. Όμως επιτέλους ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους : Καμία πραγματικά απαραίτητη θεραπεία δεν θα πρέπει να λείψει από εκείνους που την έχουν πραγματικά ανάγκη. Για να διασφαλιστεί αυτό πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στο φάρμακο που αξίζει και πρέπει να αποζημιώνεται και σε εκείνο που παρά την υψηλή τιμή του δεν προσφέρει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος σε σχέση με υφιστάμενες φθηνότερες θεραπείες.
- Αυτό είναι το ζητούμενο, από εκεί θα έρθουν οι εξοικονομήσεις που θα επιτρέψουν την αποζημίωση της πραγματικής καινοτομίας και όχι από το αν τα γενόσημα θα έχουν 8 ή 5 ή 1 ευρώ.
- Έχουμε προτείνει μια συνολική φαρμακευτική πολιτική με μέτρα που παράγουν βιώσιμες εξοικονομήσεις για τα εκτός πατέντου και τα γενόσημα φάρμακα και η οποία εξασφαλίζει πόρους για την κάλυψη της πραγματικής καινοτομίας. Ας εφαρμόσουμε τα μέτρα αυτά και ας αφήσουμε στην άκρη μεμονωμένες ενέργειες που στοχεύουν απλώς στο μοίρασμα της πίτας».
Απάντηση συντάκτη:
Συνέβη και αυτό στην καριέρα μου. Να λάβω απάντηση για ρεπορτάζ μου, που αφορά μέτρα, που ετοιμάζεται να λάβει η κυβέρνηση, αλλά όχι από αυτήν. Η απάντηση ήρθε από την Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), η οποία εν προκειμένω λειτούργησε σαν γραφείο Τύπου του υπουργείου Υγείας!
Προφανώς, λοιπόν, η ηγεσία της ΠΕΦ συμφωνεί με τα μέτρα, που ετοιμάζεται να λάβει η κυβέρνηση και έτσι αντιδρά στην κριτική μου. Είναι φανερό επίσης ότι κάποιοι φοβούνται μήπως και η κριτική μου εμποδίσει την εφαρμογή των μέτρων. Χαίρομαι που μετρά η γνώμη μου, θλίβομαι όμως που δεν μετρά τόσο…
Όπως και να έχει, σεβαστές οι θέσεις και απόψεις της ΠΕΦ. Θεωρώ πως εύλογα απηχούν τα συμφέροντα των υγιών, ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών και ως τέτοιες πρέπει να κρίνονται. Εκείνο που δε γνωρίζω είναι αν προάγουν τη βιωσιμότητα του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και την πρόσβαση των Ελλήνων στα φάρμακα που έχουν ανάγκη. Διότι αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο για όλους.
Κοντός ψαλμός όμως. Όπως όλα δείχνουν, η αρθρογραφία μου δεν θα εμποδίσει την κυβέρνηση. Τα μέτρα που θέλει η ΠΕΦ θα εφαρμοστούν. Μένει να δούμε ποιες θα είναι οι συνέπειες. Θα ελεγχθούν οι δαπάνες; Θα έχουν οι Έλληνες πρόσβαση στις νέες θεραπείες; Ως είθισται, στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό…