Skip to content

Θεόδωρος Τρύφων: «Το “επενδυτικό clawback” είναι το πιο επιτυχημένο ΣΔΙΤ»

Το virus.com.gr σας φέρνει καθημερινά τις πιο έγκυρες ειδησεις από τον χώρο της πολιτικής υγείας και φαρμάκου

Το «επενδυτικό clawback» αποτελεί το πιο επιτυχημένο ΣΔΙΤ που έχει σχεδιαστεί κεντρικά και υλοποιείται από την κυβέρνηση και φορείς, με πολύ θετικά αποτελέσματα. Το κράτος πέτυχε, με περίπου το 5%-7% των επιστροφών που δίνει η φαρμακοβιομηχανία, να μοχλεύσει ιδιωτικούς πόρους 1,8 δισ. ευρώ ώς το 2028 για νέες επενδύσεις σε παραγωγικές και ερευνητικές υποδομές.  

Αυτό επισημαίνει, σε συνέντευξή του στο PhB, o κ. Θεόδωρος Τρύφων, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) και συνδιευθύνων σύμβουλος της φαρμακευτικής εταιρείας ΕΛΠΕΝ 

Σημειώνει δε ότι θεωρεί κρίσιμη τη μονιμοποίηση του επενδυτικού clawback, με τη συμμετοχή του Δημοσίου μέσω ΠΔΕ ή άλλων ευρωπαϊκών πόρων.  

Παράλληλα, ζητεί ένα σταθερό πλάνο σταδιακής αύξησης των προϋπολογισμών, που θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών, λαμβάνοντας υπόψη τη δημογραφική γήρανση, την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και το κόστος νέων θεραπειών. Υπογραμμίζει βέβαια ότι είναι ανάγκη για βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας του συστήματος με εργαλεία για τον έλεγχο της δαπάνης, όπως πρωτόκολλα, φίλτρα, κόφτες, ολοκλήρωση ΑΗΦΥ, ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία και ψηφιοποίηση.  

Ειδικότερα, θεωρεί ότι το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η πλήρης ψηφιοποίηση της φαρμακευτικής αλυσίδας. Η διασύνδεση ΕΟΠΥΥ-ΕΟΦ-ΗΔΙΚΑ θα επιτρέψει έλεγχο σε πραγματικό χρόνο, αξιοποίηση Big Data και Τεχνητής Νοημοσύνης για τον εντοπισμό υπερσυνταγογράφησης και αδικαιολόγητης κατανάλωσης. Η μετάβαση σε ένα Ψηφιακό Οικοσύστημα Φαρμάκου μπορεί να οδηγήσει στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων με διαφάνεια και μετρήσιμα αποτελέσματα. 

 

Ποια είναι τα βασικά μεγέθη της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας και ποια η σημασία της για την οικονομία της χώρας; 

 

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία αποτελεί έναν από τους πιο σταθερούς και παραγωγικούς κλάδους της χώρας, με ισχυρό αποτύπωμα στην οικονομία, την απασχόληση και τη δημόσια υγεία. Η ΠΕΦ αριθμεί 57 φαρμακευτικές επιχειρήσεις-μέλη, με 51 εργοστάσια παραγωγής και 27 κέντρα Έρευνας & Ανάπτυξης, που αντιπροσωπεύουν το 12% της παραγωγικής ικανότητας φαρμάκων στην Ευρώπη. Σημειώνω ότι στα μέλη μας περιλαμβάνονται και οι ελληνικές θυγατρικές δύο ξένων εταιρειών που λειτουργούν 2 παραγωγικές υποδομές με σημαντική συμβολή στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μας. 

 

Συνολικά, η εγχώρια παραγωγή φαρμάκων υψηλής ποιότητας καλύπτει σήμερα πάνω από το 60% των φαρμακευτικών αναγκών των ασθενών στην Ελλάδα, καλύπτοντας 8 εκατομμύρια ασφαλισμένους, ενώ τα φάρμακά μας εξάγονται σε 150 χώρες, καλύπτοντας τις ανάγκες 40 εκατομμυρίων Ευρωπαίων. Σημειώνω ότι ο στρατηγικός ρόλος της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας ως ένας από τους κορυφαίους εξαγωγείς φαρμάκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυπώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, πριν από λίγες ημέρες, με την ισχυρή παρουσία 28 εταιρειών μελών της ΠΕΦ στη φετινή Διεθνή Έκθεση CPHI 2025 στη Φρανκφούρτη, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη διεθνή συνάντηση του φαρμακευτικού κλάδου. 

 

Σε επίπεδο απασχόλησης, η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία απασχολεί άμεσα περισσότερους από 14.000 εργαζομένους με τη συνολική συμβολή στην απασχόληση να ανέρχεται σε ~65.000 θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, κάθε ευρώ που επενδύεται στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία επιστρέφει 3,2 ευρώ στην οικονομία. Συμπληρωματικά, υπογραμμίζω ότι υλοποιούμε ένα σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα των ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών ύψους 1,8 δισ. ευρώ έως το 2028, που περιλαμβάνει 10 νέα εργοστάσια και 14 νέα ερευνητικά κέντρα, επενδύσεις που αναμένεται να δημιουργήσουν συνολικά 5.500 νέες άμεσες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. 

 

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι η ελληνική φαρμακοβιομηχανία δεν είναι απλώς παραγωγικός τομέας. Είναι στρατηγικός μοχλός ανάπτυξης, που συνδυάζει εξωστρέφεια, τεχνολογία και κοινωνική ανταποδοτικότητα. 

 Πρόσφατα, έγινε γνωστό το ύψος των επιστροφών για το πρώτο εξάμηνο του 2024 και οσονούπω αναμένουμε και για το δεύτερο. Έχετε κάνει ευθέως λόγο για χρηματοδοτικό κενό όσον αφορά τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Πόσο εκτιμάτε ότι είναι αυτό; Τι προτείνετε για να αντιμετωπιστεί; 

 

Η χρόνια υποχρηματοδότηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 2024, η κρατική χρηματοδότηση για φάρμακα στον ΕΟΠΥΥ και τα νοσοκομεία ανήλθε σε 3,04 δισ. ευρώ, ενώ οι υποχρεωτικές επιστροφές των εταιρειών ξεπέρασαν τα 3,47 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τη συνεισφορά του κράτους. Με άλλα λόγια, οι φαρμακοβιομηχανίες, ουσιαστικά, «συγχρηματοδοτούν» το σύστημα υγείας, και μάλιστα με μεγαλύτερο μερίδιο από ό,τι το ίδιο το κράτος. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. 

 

Το χρηματοδοτικό κενό εκτιμάται σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ, αποτέλεσμα της ασυμμετρίας μεταξύ προϋπολογισμών και πραγματικών αναγκών. Από το 2012 έως το 2022, η βιομηχανία έχει επιστρέψει συνολικά στο κράτος 14,7 δισ. ευρώ, ποσό πρωτοφανές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και, δυστυχώς, το πρόβλημα παραμένει μεγάλο για τα εγχώρια παραγόμενα οικονομικά φάρμακα. Ειδικά για τα γενόσημα, εκτιμάται ότι μεταξύ 2016 και 2021 αυτά επιβαρύνθηκαν μόνο στον ΕΟΠΥΥ με περίπου 200 εκατ. ευρώ πρόσθετο clawback, λόγω της ανάπτυξης των νέων on-patent φαρμάκων. 

 

Σε κάθε περίπτωση, είναι δεδομένη η ανάγκη τόσο για ρεαλιστικές αυξήσεις των φαρμακευτικών προϋπολογισμών όσο και για βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας του συστήματος με εργαλεία για τον έλεγχο της δαπάνης (πρωτόκολλα, φίλτρα, κόφτες, ολοκλήρωση ΑΗΦΥ, e-συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, ψηφιοποίηση). Εξίσου σημαντικός είναι και ο εξορθολογισμός της αποζημίωσης μέσω πλήρους ανάπτυξης του μηχανισμού ΗΤΑ. 

 

Το 2026, ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης, που είχε λάβει πρόνοια για το clawback στα φάρμακα. Τι θα γίνει όμως από το 2027 και μετά; 

 

Το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδοτεί ένα μέρος του clawback ενώ παράλληλα επιτρέπει τη συνέχιση των επενδύσεων και την προσέλκυση νέων. Από το 2027 και μετά, αν δεν υπάρξει διάδοχος μηχανισμός, η επιβάρυνση θα επανέλθει εξολοκλήρου στις εταιρείες, ακυρώνοντας, στην πράξη, τα οφέλη των επενδύσεων. 

 

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η υγεία των πολιτών, η επάρκεια της αγοράς και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων δεν μπορούν να στηρίζονται σε μηχανισμούς αυτόματης επιστροφής και τη συγχρηματοδότηση του συστήματος από τις φαρμακευτικές εταιρείες. Απαιτούν ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο, που να στηρίζει την πρόσβαση των ασθενών και να επιτρέπει τη συνέχιση των επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε κρίσιμη τη μονιμοποίηση του επενδυτικού clawback, με τη συμμετοχή του Δημοσίου μέσω ΠΔΕ ή άλλων ευρωπαϊκών πόρων. Παράλληλα, ζητάμε ένα σταθερό πλάνο σταδιακής αύξησης των προϋπολογισμών, που θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών, λαμβάνοντας υπόψη τη δημογραφική γήρανση, την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και το κόστος νέων θεραπειών. 

 

Τα ανωτέρω αποτελούν στρατηγική επιλογή, καθώς από αυτήν εξαρτάται η ολοκλήρωση των έργων του τρέχοντος επενδυτικού κύκλου, ύψους 1,8 δισ. ευρώ, των ελληνικών φαρμακευτικών εταιρειών και η δυνατότητα της Ελλάδας να παραμείνει παραγωγικός κόμβος φαρμάκου στην Ευρώπη. 

 

Από την άλλη, χάρη στο επενδυτικό clawback, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία προχωρεί σε μεγάλες επενδύσεις. Πώς εξελίσσονται αυτές; Έχει διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους; 

 

Πρώτα από όλα, οφείλω να υπογραμμίσω ότι το «επενδυτικό clawback» αποτελεί, κατά την άποψή μου, το πιο επιτυχημένο ΣΔΙΤ που έχει σχεδιαστεί κεντρικά και υλοποιείται από την κυβέρνηση και φορείς, με πολύ θετικά αποτελέσματα. Το κράτος πέτυχε, με περίπου το 5% με 7% των επιστροφών που δίνει η φαρμακοβιομηχανία, να μοχλεύσει ιδιωτικούς πόρους 1,8 δισ. ευρώ ώς το 2028 για νέες επενδύσεις σε παραγωγικές και ερευνητικές υποδομές. 

 

Όπως προανέφερα, οι επενδύσεις αυτές περιλαμβάνουν 10 νέες γραμμές παραγωγής, 14 ερευνητικά κέντρα και τεχνολογικές υποδομές που θα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο τον ήδη σημαντικό ρόλο της χώρας μας ως έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κόμβους στην Ευρώπη. Δεύτερον, οι επενδύσεις αυτές θα δημιουργήσουν 5.500 νέες, καλά αμειβόμενες, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, ενώ η συνολική άμεση και έμμεση θετική επίδραση στην απασχόληση αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 22.000 θέσεις εργασίας. Τρίτον, το πολλαπλασιαστικό όφελος για το ΑΕΠ –που σύμφωνα με το ΙΟΒΕ φθάνει στο 130% του επενδυόμενου ποσού– συνεπάγεται ετήσια αύξηση δημοσίων εσόδων κατά 260 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις μας συμβάλλουν στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος μέσω αύξησης εξαγωγών, αλλά και στη μείωση του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε λόγω της δεκαετούς οικονομικής κρίσης που πέρασε η χώρα. Θα επιφέρουν, δηλαδή, μείωση της απόστασης που μας χωρίζει από την Ευρώπη. 

 

Εξίσου σημαντικό είναι να τονιστεί ότι οι επενδύσεις αφορούν και τη διασύνδεση της επιστήμης με την αγορά, την ενίσχυση της καινοτομίας και –πολύ κρίσιμο– της ποιοτικής απασχόλησης. Ωστόσο, τονίζεται, και πάλι, ότι η διατήρηση αυτής της δυναμικής εξαρτάται από τη συνέχιση του μηχανισμού μετά το 2026. Οι επενδύσεις απαιτούν ένα σταθερό επενδυτικό πλαίσιο, ώστε να συνεχιστεί η ροή κεφαλαίων, να προσελκυστούν ακόμη περισσότερες νέες επενδύσεις και να εδραιωθεί η Ελλάδα ως κέντρο φαρμακευτικής παραγωγής και έρευνας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. 

 

Η αλήθεια είναι, όμως, ότι, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, η κυβέρνηση έλαβε μέτρα ελέγχου της φαρμακευτικής δαπάνης. Γιατί δεν αποδίδουν; Χρειαζόμαστε επιπλέον μέτρα; Και ποια μπορεί να είναι αυτά; 

 

Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αρχίσει να αποδίδουν, και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Ο ρυθμός αύξησης της δαπάνης έχει επιβραδυνθεί, ενώ η σταδιακή εφαρμογή φίλτρων και κοφτών, με στόχο τον περιορισμό της αδόκιμης συνταγογράφησης, σαφώς βελτιώνουν την αποδοτικότητα του συστήματος. 

 

Ωστόσο, θεωρούμε ότι το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η πλήρης ψηφιοποίηση της φαρμακευτικής αλυσίδας. Η διασύνδεση ΕΟΠΥΥ-ΕΟΦ-ΗΔΙΚΑ θα επιτρέψει έλεγχο σε πραγματικό χρόνο, αξιοποίηση Big Data και Τεχνητής Νοημοσύνης για τον εντοπισμό υπερσυνταγογράφησης και αδικαιολόγητης κατανάλωσης. Η μετάβαση σε ένα Ψηφιακό Οικοσύστημα Φαρμάκου μπορεί να οδηγήσει στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων με διαφάνεια και μετρήσιμα αποτελέσματα. 

 

Είναι δεδομένο ότι η μετάβαση από την οριζόντια λογική των περικοπών σε ένα σύστημα τεκμηριωμένης αποδοτικότητας αποτελεί τον μόνο τρόπο για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος. Οι σαφείς κανόνες και ο ολοκληρωμένος ψηφιακός έλεγχος αποτελούν εγγύηση ότι οι Έλληνες ασθενείς θα εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε κάθε αναγκαία θεραπεία. 

 

Ασφαλώς, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο ρόλος της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας στη διασφάλιση της επάρκειας και της πρόσβασης είναι στρατηγικός, όπως άλλωστε αποδείχθηκε κατά την πρόσφατη υγειονομική κρίση του COVID. 

 

Παρά τις εξαγγελίες και τα όποια μέτρα έχουν εφαρμοστεί, η διείσδυση των γενόσημων φαρμάκων υπολείπεται των στόχων. Ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα και πώς μπορεί να βελτιωθεί; 

 

Η χρήση γενοσήμων στην Ελλάδα παραμένει περίπου στο 28%-30%, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υπερβαίνει το 65%. Επομένως, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Γιατί είναι δεδομένο ότι η ενίσχυση της χρήσης γενοσήμων δεν αποτελεί απλώς δημοσιονομικό μέτρο, αλλά πολιτική που αφορά στην επάρκεια του συστήματος, τον περιορισμό των ελλείψεων και την ασφάλεια του εφοδιασμού. 

 

Το σύστημα οφείλει να αντιμετωπίσει τα γενόσημα ως εργαλείο αυτάρκειας, εξοικονόμησης και ανάπτυξης, αξιοποιώντας τη δυνατότητά τους για μείωση της δαπάνης, προστασία της επάρκειας και δημιουργία οικονομικής προστιθέμενης αξίας που διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας. 

 

Σήμερα, τα ελληνικά γενόσημα καλύπτουν περίπου 8 εκατομμύρια ΑΜΚΑ κυρίως χρονίων ασθενών, με μέσο μηνιαίο κόστος θεραπείας μικρότερο από 6 ευρώ! 

 

Η αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων μέσα από μια συνεκτική και ολοκληρωμένη πολιτική θα βοηθήσει και τους ασθενείς με τη μείωση της ιδιωτικής τους συμμετοχής, και το σύστημα υγείας με τη σημαντική εξοικονόμηση πόρων, αλλά και την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία, που σήμερα επιχειρεί υπό το ασφυκτικό βάρος υπέρογκων υποχρεωτικών επιστροφών. Χαρακτηριστικά, αναφέρω ότι μια αύξηση 10 μονάδων στη διείσδυση των γενοσήμων ισοδυναμεί με εξοικονόμηση περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει νέες θεραπείες. 

 

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ό,τι αφορά στη διείσδυση των γενοσήμων απαιτείται μια συνολική πολιτική μέτρων και κινήτρων, που περιλαμβάνουν την πλήρη εφαρμογή φίλτρων συνταγογράφησης, με στόχο τον περιορισμό της μη αναγκαίας υποκατάστασης με νεότερα ακριβότερα σκευάσματα, την προτεραιοποίηση των γενοσήμων και των οικονομικότερων επιλογών σε κάθε βήμα των πρωτοκόλλων, στη διασύνδεσή τους με τα αποτελέσματα των διαγνωστικών εξετάσεων. Ακόμη, απαιτούνται ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα για τη διάθεση των οικονομικότερων επιλογών στα φαρμακεία και, ασφαλώς, διαρκής εκστρατεία ενημέρωσης των ασθενών για την αξία και την ποιότητα των γενοσήμων. 

 

Βιώνουμε, διεθνώς, πρωτοφανείς γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Την ίδια ώρα, αναθεωρείται η νομοθεσία της ΕΕ για το φάρμακο. Ποιες προκλήσεις και ευκαιρίες υπάρχουν για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία; 

 

Είναι δεδομένο ότι μετά την πανδημική κρίση, η Ευρώπη βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης της φαρμακευτικής της πολιτικής. Η αναθεώρηση της φαρμακευτικής νομοθεσίας και η δημιουργία της Συμμαχίας για τα Κρίσιμα Φάρμακα επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτηση από τρίτες χώρες και να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή παραγωγική αυτάρκεια. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, η ενεργειακή κρίση και το υψηλό κόστος πρώτων υλών καθιστούν την ανασυγκρότηση της βιομηχανικής βάσης επιτακτική. 

 

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει όλα τα πλεονεκτήματα για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Διαθέτει υποδομές που αντιστοιχούν στο 12% του παραγωγικού δυναμικού της Ευρώπης, εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και εξαγωγική εμπειρία σε περίπου 150 χώρες. Οι ελληνικές εταιρείες μπορούν να αποτελέσουν πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, παράγοντας κρίσιμα φάρμακα και δραστικές. 

 

Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικές προκλήσεις. Η χώρα μας έχει την ιδιομορφία να μη διαθέτει πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, που μπορούν να αντιμετωπίσουν ευκολότερα τις εξωτερικές προκλήσεις και γεωπολιτικές αναταράξεις. Ταυτόχρονα, για εμάς παραμένει κρίσιμο στοίχημα η δυνατότητα συνεργασιών και συνεργειών τόσο μεταξύ των επιχειρήσεων όσο και με το κράτος, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τις ερευνητικές υποδομές. Εξίσου σημαντικό είναι ότι υπάρχει έλλειμμα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα που εμείς, ως ΠΕΦ, προσπαθούμε να λύσουμε μέσα από πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα προσωπικού που αναπτύσσουμε σε συνεργασία με τα πανεπιστήμιά μας. 

 

Επίσης, αξίζει να σημειώσω ότι η εγχώρια παραγωγή αντιμετωπίζει δυσκολίες αύξησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της και λόγω της δραματικής αύξησης του κόστους παραγωγής (κόστος ενέργειας, κόστος πρώτων και βοηθητικών υλών, τεράστια αύξηση μεταφορικών, λόγω γεωπολιτικών εντάσεων και ενέργειας). 

 

Τέλος, αντιμετωπίζουμε ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία για εκπομπές, απόβλητα και χρήση πόρων, ενώ σε εθνικό πλαίσιο χρειάζεται, πολλές φορές, να ξεπεράσουμε γραφειοκρατικές διαδικασίες και καθυστερήσεις που περιορίζουν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα των εταιρειών μας μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον.  

επενδυτικό clawbackΘεόδωρος ΤρύφωνΠανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανία (ΠΕΦ)ΣΔΙΤ

Σχετικά άρθρα

Comments (0)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Editorial

Αιμίλιος Νεγκής

Διευθυντής Σύνταξης, virus.com.gr
& Pharma Health Business magazine

Περιοδικό Pharma & Health Business

Απόψεις

Back To Top