Η ΥΕΔΔΕ Θεσσαλονίκης αποκάλυψε εκτεταμένη φοροδιαφυγή από αναισθησιολόγο, ο οποίος φαινόταν να χρεώνει τις υπηρεσίες του με εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές. Η έρευνα, που κάλυψε τις χρήσεις 2016 και 2017, κατέληξε σε πρόσθετους φόρους άνω των 217.000 ευρώ.
Η υπόθεση άρχισε όταν η ΥΕΔΔΕ έλαβε πληροφοριακό δελτίο σχετικά με αγγειοχειρουργό που συνεργαζόταν με ιδιωτική κλινική. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, η εταιρεία παρέδωσε στις αρχές τα ονόματα των αναισθησιολόγων που συμμετείχαν στις επεμβάσεις του συγκεκριμένου γιατρού. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο αναισθησιολόγος που τελικά βρέθηκε στο επίκεντρο του ελέγχου. Από εκείνη τη στιγμή, οι ελεγκτές άρχισαν να συγκεντρώνουν στοιχεία, τα οποία σύντομα αποκάλυψαν ένα μοτίβο που δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Αμοιβές που δεν «κολλούσαν» με την πραγματικότητα
Όταν ο γιατρός κλήθηκε να προσκομίσει τα φορολογικά του στοιχεία, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η συντριπτική πλειονότητα των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών εμφάνιζε σχεδόν ενιαίες, εξαιρετικά χαμηλές χρεώσεις. Σε περισσότερες από οκτώ στις δέκα περιπτώσεις, οι αμοιβές κυμαίνονταν από 10 έως 50 ευρώ, ανεξαρτήτως της βαρύτητας της επέμβασης. Μόνο σε λίγες περιπτώσεις εμφανίζονταν υψηλότερα ποσά, τα οποία όμως δεν ακολουθούσαν καμία λογική κλιμάκωση.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από την ανάλυση 1.530 αποδείξεων που εκδόθηκαν μέσα σε δύο χρόνια. Οι 1.227 από αυτές είχαν αξία έως 50 ευρώ, ενώ μόλις 28 κυμαίνονταν μεταξύ 51 και 100 ευρώ. Το εύρος των διαφορών ήταν τόσο μεγάλο, ώστε για την ίδια ιατρική πράξη εντοπίστηκαν χρεώσεις που διέφεραν έως και κατά 900%. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί επέμβαση αμυγδαλεκτομής, για την οποία ο γιατρός χρέωσε σε έναν ασθενή 20 ευρώ και σε άλλον πάνω από 300.
Η αντιπαραβολή με τις ασφαλιστικές και το τελικό συμπέρασμα
Για να διαπιστωθεί αν οι χρεώσεις ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, η ΥΕΔΔΕ ζήτησε στοιχεία από τρεις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες. Οι αμοιβές που προέκυψαν από τις ασφαλιστικές, οι οποίες βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα κόστους και συνηθισμένων τιμών, απείχαν σημαντικά από τα ποσά που δήλωνε ο γιατρός.
Η αντιπαραβολή οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι χαμηλές χρεώσεις δεν αντανακλούσαν πραγματικές εισπράξεις, αλλά χρησιμοποιούνταν για να καλύψουν φορολογικά κενά. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 2016 αποκρύφθηκαν έσοδα ύψους 128.974 ευρώ, ενώ το 2017 το ποσό έφτασε τα 163.069 ευρώ. Επιπλέον, εντοπίστηκαν και περιπτώσεις όπου δεν εκδόθηκε καμία απόδειξη.
Η προσφυγή στη Δικαιοσύνη και η τελική απόφαση
Ο γιατρός προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, υποστηρίζοντας ότι ο έλεγχος ήταν ελλιπής, καθώς δεν εξετάστηκαν οι τραπεζικοί του λογαριασμοί ούτε κλήθηκαν οι ασθενείς του. Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι τα στοιχεία της ΥΕΔΔΕ ήταν επαρκή και τεκμηριωμένα. Έτσι, οι ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν και οι πρόσθετοι φόροι —95.726 ευρώ για το 2016 και 121.624 ευρώ για το 2017— επικυρώθηκαν.
Η υπόθεση αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα του πώς οι στοχευμένοι έλεγχοι και οι διασταυρώσεις δεδομένων καθιστούν ολοένα και δυσκολότερη τη φοροδιαφυγή στον χώρο της Υγείας.























Comments (0)