Η νέα πανευρωπαϊκή έρευνα του Lung Cancer Europe αποκαλύπτει ότι οι Έλληνες ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα βιώνουν από τα υψηλότερα επίπεδα ψυχικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη. Παράλληλα, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, αφήνοντας την πλειονότητα χωρίς υποστήριξη.

Η FairLife Φροντίδα και Πρόληψη για τον Καρκίνο του Πνεύμονα, ως ενεργό μέλος του Lung Cancer Europe (LuCE), δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα της 10ης πανευρωπαϊκής έρευνας με τίτλο «Καρκίνος του Πνεύμονα και Ψυχική Υγεία: Πώς βιώνουν τη νόσο οι ασθενείς και οι φροντιστές». Η Ελλάδα συμμετείχε με 146 απαντήσεις, ποσοστό 6,6% του συνολικού δείγματος, από 26 ευρωπαϊκές χώρες.

Από τους Έλληνες συμμετέχοντες, το 41,1% ήταν ασθενείς και το 58,9% φροντιστές. Η πλειονότητα ήταν γυναίκες (86,2%), ενώ το 41,4% των ασθενών είχε διαγνωστεί σε Στάδιο IV. Το 52,1% των περιπτώσεων αφορούσε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (αδενοκαρκίνωμα).

Ψυχική επιβάρυνση πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Τα ευρήματα για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Το 71,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι η νόσος επηρέασε αρνητικά την ψυχική του υγεία, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (61,2%). Επιπλέον, το 91,7% ανέφερε ότι βίωσε συναισθηματικές δυσκολίες μετά τη διάγνωση.

Συγκεκριμένα:
- 58,8% ανέφερε έντονη θλίψη
- 36% αίσθηση εγκλωβισμού
- 35,1% συναισθήματα απελπισίας ή αναξιότητας
- 47,8% συχνή νευρικότητα ή άγχος
- 43% συχνή μελαγχολία ή κατάθλιψη

Ο φόβος για την εξέλιξη της νόσου ή την αποτυχία της θεραπείας καταγράφηκε στο 69,2%, ενώ ο φόβος θανάτου στο 61%.
Επιπτώσεις στην καθημερινότητα και την κοινωνική ζωή
Η ψυχική επιβάρυνση επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των ασθενών και των φροντιστών. Το 74,1% δήλωσε ότι η νόσος επηρέασε την κοινωνική ζωή και τον τρόπο ζωής του — ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (48%).

Περίπου 6 στους 10 ανέφεραν σημαντικές επιπτώσεις στην οικογένεια, στα οικονομικά και στην εργασία. Το 50% δεν ένιωθε προετοιμασμένο να διαχειριστεί τις συναισθηματικές συνέπειες της διάγνωσης.

Έλλειψη πρόσβασης σε ψυχολογική υποστήριξη
Η Ελλάδα εμφανίζει από τα χαμηλότερα ποσοστά πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας:
- 68,3% δεν έλαβε καμία προσφορά υποστήριξης (Ευρώπη: 50,5%)
- Μόνο 10,3% έλαβε υποστήριξη τη στιγμή της διάγνωσης
- 52,1% δεν ένιωσε επαρκή συναισθηματική στήριξη από την ιατρική ομάδα
- 87,5% δεν ενημερώθηκε για οργανώσεις ασθενών
- Μόνο 14,6% παραπέμφθηκε σε σχετική οργάνωση (Ευρώπη: 42,6%)
Επιπλέον, το 52,8% δεν συζήτησε τις συναισθηματικές δυσκολίες με την ιατρική ομάδα, ενώ μόλις το 45,2% δηλώνει πρόθυμο να ζητήσει επαγγελματική ψυχολογική βοήθεια.

Ανικανοποίητες ανάγκες και προτάσεις πολιτικής
Οι συμμετέχοντες ανέδειξαν σημαντικά κενά στη φροντίδα:
- 62,9% ζητά περισσότερη ενημέρωση για τη νόσο και τις θεραπείες,
- 56% ζητά πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας,
- 51,7% χρειάζεται υποστήριξη στη διαχείριση παρενεργειών,
- 45,7% ζητά καλύτερη επικοινωνία με τους επαγγελματίες υγείας.

Η έκθεση τονίζει ότι η ψυχολογική υποστήριξη πρέπει να ενταχθεί ως βασικό στοιχείο της ογκολογικής φροντίδας, με συστηματική παραπομπή σε οργανώσεις ασθενών, ενίσχυση της ενημέρωσης και βελτίωση της επικοινωνίας με τις ιατρικές ομάδες.























Comments (0)