Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι οι δύο παθήσεις δεν μοιράζονται έναν ενιαίο γενετικό μηχανισμό.
Νέα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι η υπέρταση και ο διαβήτης τύπου 2 συνδέονται γενετικά με πιο σύνθετο τρόπο από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η κατανόηση αυτών των διαφορετικών γενετικών μηχανισμών μπορεί να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας.
Ο διαβήτης τύπου 2 και η αρτηριακή υπέρταση φαίνεται ότι συνδέονται μέσω κοινών γενετικών μηχανισμών, σύμφωνα με νέα μεγάλη διεθνή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications. Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι οι δύο συχνές παθήσεις δεν συνυπάρχουν τυχαία και ανοίγουν τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας.
Είναι γνωστό ότι τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν υψηλή αρτηριακή πίεση, ενώ όσοι πάσχουν από υπέρταση διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2. Η συνύπαρξη των δύο νοσημάτων αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών και μεταβολικών επιπλοκών.
Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από 1.300 γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τον διαβήτη τύπου 2 και την αρτηριακή πίεση, αξιοποιώντας δεδομένα από περισσότερους από 450.000 συμμετέχοντες.
Η ανάλυση αποκάλυψε πέντε διακριτές ομάδες γενετικών παραλλαγών, οι οποίες συνδέονται με το μεταβολικό σύνδρομο, τη μειωμένη λειτουργία των βήτα κυττάρων του παγκρέατος, την αυξημένη παχυσαρκία και την αγγειακή δυσλειτουργία. Τα άτομα που έφεραν αυτές τις γενετικές παραλλαγές παρουσίαζαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης τόσο διαβήτη τύπου 2 όσο και αρτηριακής υπέρτασης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, σε αντίθεση με πολλούς κλινικούς παράγοντες κινδύνου που επηρεάζονται από την ηλικία ή τον τρόπο ζωής, ο γενετικός κίνδυνος είναι κληρονομικός και παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος συννοσηρότητας θα μπορούσε να εντοπίζεται από τα πρώτα στάδια της διάγνωσης είτε του διαβήτη είτε της υπέρτασης, επιτρέποντας την εφαρμογή πιο εξατομικευμένης παρακολούθησης, πρόληψης και θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Ο καθηγητής Philippe Froguel επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης από το Πανεπιστήμιο της Λιλ και το Imperial College London, δήλωσε:
«Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη να αντιμετωπίζουμε τη συνύπαρξη καρδιομεταβολικών νοσημάτων ως μια κατάσταση με διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς. Η γενετική μπορεί να μας βοηθήσει να αποσαφηνίσουμε αυτή την πολυπλοκότητα και να υποστηρίξει ένα μοντέλο ιατρικής ακριβείας, στο οποίο η πρόληψη και η θεραπευτική αντιμετώπιση βασίζονται στον κυρίαρχο υποκείμενο βιολογικό μηχανισμό κάθε ασθενούς.»
Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Patricia Munroe επίσης επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης από το Queen Mary University of London, τόνισε: «Η υψηλή αρτηριακή πίεση και ο διαβήτης τύπου 2 μοιράζονται κοινά γενετικά χαρακτηριστικά, όμως η έρευνά μας δείχνει ότι αυτό το κοινό γενετικό υπόβαθρο δεν είναι ενιαίο. Ο διαχωρισμός των γενετικών αυτών στοιχείων βελτιώνει την ερμηνεία των δεδομένων και μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά στα υπάρχοντα κλινικά εργαλεία, εντοπίζοντας ομάδες ασθενών με ουσιαστικά διαφορετικά προφίλ κινδύνου.»























Comments (0)