Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία ανακοίνωσε για το 2026 την αναθεώρηση των κατευθυντήριων Οδηγιών για τον Σακχαρώδη Διαβήτη. Η νέα έκδοση ενσωματώνει νεότερα επιστημονικά δεδομένα και επικαιροποιεί επιλεγμένα κεφάλαια με στόχο την καλύτερη εναρμόνιση της καθημερινής κλινικής πράξης με τις σύγχρονες
εξελίξεις στη διάγνωση, παρακολούθηση και θεραπεία του σακχαρώδους
διαβήτη (ΣΔ).
Όπως ανακοινώθηκε σε σχέση με την έκδοση 2025, ενισχύεται η προσέγγιση του διαβήτη ως ετερογενούς νοσήματος, με μεγαλύτερη έμφαση στη διάγνωση και ταξινόμηση διαφορετικών μορφών διαβήτη, καθώς και στα στάδια του προσυμπτωματικού σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1). Παράλληλα, διευρύνεται το πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του ατόμου με διαβήτη, με ενσωμάτωση νεότερων εργαλείων εκτίμησης καρδιαγγειακού κινδύνου και συστηματική αναφορά σε σημαντικές συννοσηρότητες. Τέτοιες είναι:
- η μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος του ήπατος,
- η οστεοπόρωση και
- η σαρκοπενία.
Που εστιάζουν οι οδηγίες:
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στον αυξανόμενο ρόλο της τεχνολογίας στον διαβήτη, με μεγαλύτερη ενσωμάτωση των δεδομένων της συνεχούςκαταγραφής γλυκόζης στην καθημερινή κλινική πρακτική. Παράλληλα, ενισχύεται η σημασία της εκπαίδευσης και υποστήριξης στην αυτοφροντίδα με αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και υβριδικών μοντέλων φροντίδας. Ακόμη, η νέα έκδοση περιλαμβάνει και θεματικές αναδιαρθρώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προσθήκη ενός νέου κεφαλαίου αφιερωμένο στη σχέση ΣΔ και ύπνου.
Ενίσχυση του ρόλου της συνεχούς καταγραφής γλυκόζης
Οι νέες οδηγίες δίνουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνεχή καταγραφή γλυκόζης (CGM) και στην ενσωμάτωση δεικτών όπως το Time in Range, το Time Below Range και το Time Above Range στη θεραπευτική αξιολόγηση. Παρότι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη παραμένει ο βασικός δείκτης γλυκαιμικής ρύθμισης, υπογραμμίζεται πιο καθαρά η ανάγκη χρήσης εναλλακτικών δεικτών, όπως η φρουκτοζαμίνη ή οι δείκτες της CGM, σε περιπτώσεις όπου η HbA1c δεν είναι αξιόπιστη. Οι οδηγίες του 2026 διατηρούν τον γενικό στόχο HbA1c κάτω από 7%, αλλά αναδεικνύουν με μεγαλύτερη σαφήνεια την ανάγκη εξατομίκευσης ανάλογα με τη διάρκεια της νόσου, τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, τις συννοσηρότητες, το προσδόκιμο επιβίωσης και την επιβάρυνση του θεραπευτικού σχήματος.
Νεότερα δεδομένα για την τεχνολογία στον διαβήτη
Το κεφάλαιο για την τεχνολογία επικαιροποιείται με εκτενέστερη αναφορά στο Ambulatory Glucose Profile και στα integrated CGM συστήματα, όχι μόνο για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 αλλά και για επιλεγμένες ομάδες ατόμων με τύπου 2. Παράλληλα, εξετάζεται η διασύνδεση των συστημάτων αυτών με αντλίες ινσουλίνης και αυτοματοποιημένα συστήματα χορήγησης. Τονίζεται ότι τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα αξιολόγησης και συμμόρφωσης δεν παρέχουν ακόμη επαρκή ειδικά κριτήρια για την πλήρη αξιολόγηση της ασφάλειας και της απόδοσης των συσκευών CGM, με αποτέλεσμα ορισμένες από τις συσκευές που κυκλοφορούν να μην έχουν αξιολογηθεί επαρκώς.
Η σημασία της μέτρησης κετονών
Ενισχύεται η σύσταση για μέτρηση κετονών στο αίμα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υπεργλυκαιμίας, οξείας νόσου ή κινδύνου ευγλυκαιμικής κετοξέωσης. Παράλληλα, εκφράζεται η προσδοκία ότι μελλοντικά συστήματα συνεχούς καταγραφής θα ενσωματώνουν και μέτρηση κετονών.
Σύγχρονα μοντέλα εκπαίδευσης και υποστήριξης
Το κεφάλαιο για την εκπαίδευση και υποστήριξη στην αυτοφροντίδα αναθεωρείται με βάση ένα πιο σύγχρονο μοντέλο, το οποίο δίνει έμφαση στη συνεχή υποστήριξη του ατόμου με διαβήτη, στη χρήση ψηφιακών εργαλείων και εφαρμογών υγείας, καθώς και στην αξιοποίηση της τηλεϊατρικής και των υβριδικών μοντέλων εκπαίδευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων.
Επικαιροποίηση των συστάσεων για τους εμβολιασμούς
Οι οδηγίες ενσωματώνουν νεότερα δεδομένα για τον εμβολιασμό έναντι της γρίπης, του πνευμονιόκοκκου, του έρπητα ζωστήρα, της COVID‑19 και του RSV, ο οποίος πλέον αναγνωρίζεται ως σημαντικός τομέας πρόληψης για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή υψηλού κινδύνου.
Διατροφή και τρόπος ζωής
Το κεφάλαιο για τη διατροφή και τον τρόπο ζωής αναθεωρείται με έμφαση στην υποστήριξη από διαιτολόγο‑διατροφολόγο, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη κατανομή των μικροθρεπτικών και μακροθρεπτικών συστατικών, αντιμετώπιση γαστρεντερικών παρενεργειών φαρμάκων όπως οι αγωνιστές GLP‑1, αποφυγή κέτωσης σε χρήση SGLT2 αναστολέων και συνολική βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Φαρμακοθεραπεία και διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
Οι αλγόριθμοι θεραπείας επικαιροποιούνται τόσο για άτομα με όσο και χωρίς εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Τονίζεται η δυνατότητα χρήσης της τιρζεπατίδης, παρότι δεν αποζημιώνεται ακόμη από τον ΕΟΠΥΥ, καθώς και η ανάγκη αποφυγής ταυτόχρονης χρήσης αγωνιστών GLP‑1 και αναστολέων DPP‑4, ένας συνδυασμός που εξακολουθεί να εμφανίζεται λανθασμένα στην κλινική πράξη.
Νέες προσεγγίσεις στις ειδικές καταστάσεις
Η θεματολογία αναδιαρθρώνεται και το προηγούμενο κεφάλαιο για τη ΧΑΠ αντικαθίσταται από νέο κεφάλαιο που εξετάζει τη σχέση διαβήτη και ύπνου. Αναδεικνύεται η σημασία των διαταραχών ύπνου, ιδιαίτερα της αποφρακτικής άπνοιας, στη μεταβολική ρύθμιση και στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
Αναθεώρηση των οδηγιών για την αρτηριακή υπέρταση
Προτείνεται έναρξη αντιυπερτασικής αγωγής όταν η αρτηριακή πίεση είναι ίση ή μεγαλύτερη από 130/80 mm Hg. Για άτομα κάτω των 65 ετών, ο στόχος της συστολικής πίεσης είναι κάτω από 130 mm Hg αλλά όχι κάτω από 120 mm Hg, ενώ η διαστολική πρέπει να παραμένει κάτω από 80 mm Hg αλλά όχι κάτω από 70 mm Hg. Για άτομα έως 85 ετών οι στόχοι παραμένουν ίδιοι, εφόσον δεν είναι ευπαθή, ενώ για άτομα άνω των 85 ετών συνιστάται έναρξη θεραπείας σε τιμές άνω των 140/90 mm Hg, υπό την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση επιτυγχάνεται χωρίς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Χρόνια ηπατική νόσος και διαβήτης
Το κεφάλαιο για τη χρόνια ηπατική νόσο επικαιροποιείται με έμφαση στη διαγνωστική προσέγγιση της λιπώδους νόσου του ήπατος και στον προσυμπτωματικό έλεγχο με χρήση του FIB‑4. Ενήλικοι με διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη, ιδιαίτερα όσοι έχουν παχυσαρκία, καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου ή εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, πρέπει να διερευνώνται ακόμη και όταν τα ηπατικά ένζυμα είναι φυσιολογικά, καθώς η προχωρημένη ίνωση μπορεί να συνυπάρχει χωρίς αύξηση των αμινοτρανσφερασών. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη διατροφική και φαρμακευτική αντιμετώπιση, με αναφορά και σε νέες θεραπείες που δεν έχουν ακόμη κυκλοφορήσει στη χώρα.
Συνολική κατεύθυνση των οδηγιών
Οι Κατευθυντήριες Οδηγίες της ΕΔΕ για το 2026 αντικατοπτρίζουν τις σύγχρονες εξελίξεις στη διαβητολογία και ενισχύουν την ολοκληρωμένη προσέγγιση στη φροντίδα του ατόμου με διαβήτη. Η βασική κατεύθυνση των αναθεωρήσεων είναι η ενσωμάτωση της πρόληψης, της τεχνολογίας, της πολυπαραγοντικής διαχείρισης και της εξατομίκευσης της θεραπείας, με στόχο τη βελτίωση της μεταβολικής ρύθμισης, της συνολικής υγείας και της ποιότητας ζωής.























Comments (0)