Η ελληνική φαρμακευτική αγορά βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, που η ανάγκη για πρόσβαση στην καινοτομία συναντά τις χρόνιες παθογένειες του συστήματος χρηματοδότησης και αποζημίωσης, σύμφωνα με τον Ιωάννη Κόκκοτο, Country Lead Greece της UCB. Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, όπως η UCB, εξηγεί στο Virus.com.gr o κ. Κόκκοτος, αντιμετωπίζουν ένα περιβάλλον με σημαντικές δυσκολίες: καθυστερήσεις στην αξιολόγηση νέων θεραπειών, υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές, περιορισμένη προβλεψιμότητα και ένα ψηφιακά ανώριμο οικοσύστημα υγείας που δυσκολεύεται να αξιοποιήσει δεδομένα πραγματικής ζωής. Παρά τα εμπόδια, η ελληνική επιστημονική κοινότητα και οι ίδιοι οι ασθενείς αποτελούν ισχυρό αντίβαρο, με υψηλό επίπεδο κατάρτισης, ενημέρωσης και συμμετοχής. Την ίδια στιγμή, η υποχρηματοδότηση του συστήματος οδηγεί σε καθυστερημένη πρόσβαση σε σύγχρονες θεραπείες, δημιουργώντας ανισότητες και επιβαρύνοντας την πορεία σοβαρών νοσημάτων. Η συζήτηση για αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και η δημιουργία του Ταμείου Καινοτομίας ανοίγουν τον δρόμο για μια νέα προσέγγιση, που η υγεία αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος.
Ποιες δυσκολίες αντιμετώπισε η εταιρία σας στο ελληνικό περιβάλλον; Ποια είναι η υποδοχή από τους Έλληνες ασθενείς;
Η δραστηριοποίηση μιας καινοτόμου βιοφαρμακευτικής εταιρείας όπως η UCB στην ελληνική αγορά συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με το ευρύτερο θεσμικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον στον κλάδο του φαρμάκου. Η βασικότερη δυσκολία αφορά στη δυσκολία έγκαιρης πρόσβασης στην καινοτομία: οι συχνές αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αξιολόγησης και αποζημίωσης, καθώς και η περιορισμένη προβλεψιμότητα ως προς τους μηχανισμούς χρηματοδότησης δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που δυσχεραίνει τον στρατηγικό σχεδιασμό και την έγκαιρη διάθεση νέων θεραπειών στους ασθενείς. Παράλληλα, το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο υποχρεωτικών επιστροφών αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για το σύνολο του κλάδου. Εξίσου σημαντική πρόκληση είναι και η απουσία ενός πλήρως ανεπτυγμένου, ψηφιακά ώριμου οικοσυστήματος υγείας, με δεδομένα πραγματικής ζωής, που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πιο τεκμηριωμένες και ταχύτερες αποφάσεις αποζημίωσης.
Ωστόσο, παρά τα εμπόδια αυτά, η εμπειρία μας από την Ελλάδα είναι θετική, κυρίως λόγω της ποιότητας της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και της στάσης των ίδιων των ασθενών. Οι Έλληνες επαγγελματίες υγείας διαθέτουν υψηλό επίπεδο επιστημονικής κατάρτισης, παρακολουθούν στενά τις διεθνείς εξελίξεις και αξιοποιούν τις πλέον σύγχρονες θεραπευτικές δυνατότητες προς όφελος των ασθενών τους. Αντίστοιχα, οι Έλληνες ασθενείς είναι πλέον ιδιαίτερα ενημερωμένοι και ουσιαστικά συμμετοχικοί στη διαχείριση της υγείας τους. Μέσα από συλλόγους ασθενών και οργανωμένες δομές εκπροσώπησης, διεκδικούν τεκμηριωμένα και με συνέπεια την πρόσβασή τους στις καλύτερες διαθέσιμες θεραπείες.
Αυτό μας δίνει ισχυρό κίνητρο να συνεχίσουμε να επενδύουμε στην ελληνική αγορά. Για εμάς, η πρόκληση δεν είναι μόνο να αναπτύσσουμε καινοτόμες θεραπείες, αλλά να διασφαλίζουμε ότι αυτές φτάνουν εγκαίρως στους ανθρώπους που τις έχουν πραγματικά ανάγκη. Και προς αυτή την κατεύθυνση, θεωρούμε ότι η συνεργασία Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, ασθενών και φαρμακευτικής βιομηχανίας είναι απολύτως κρίσιμη.
Πώς επηρεάζει η υποχρηματοδότηση την πρόσβαση των ασθενών σε σύγχρονες θεραπείες σήμερα;
Η υποχρηματοδότηση του δημόσιου φαρμακευτικού συστήματος αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών στη θεραπευτική καινοτομία. Όταν οι διαθέσιμοι πόροι δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού δημιουργείται αναπόφευκτα ένα περιβάλλον πίεσης και περιορισμών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η καινοτομία καθυστερεί να φτάσει στον ασθενή. Οι διαδικασίες αξιολόγησης και αποζημίωσης συχνά επιμηκύνονται, η ένταξη νέων θεραπειών στο σύστημα γίνεται με πιο αργούς ρυθμούς και πολλές φορές τίθενται πρόσθετα εμπόδια ή περιορισμοί πρόσβασης. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Έλληνες ασθενείς ενδέχεται να αποκτούν πρόσβαση σε θεραπείες μήνες ή και χρόνια αργότερα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η υποχρηματοδότηση επηρεάζει επίσης τη συνολική βιωσιμότητα του οικοσυστήματος καινοτομίας. Όταν ένα σύστημα βασίζεται υπερβολικά σε μηχανισμούς αναγκαστικών επιστροφών, δημιουργείται ένα αντικίνητρο για την ταχεία εισαγωγή νέων θεραπειών, ιδιαίτερα σε θεραπευτικές κατηγορίες υψηλής εξειδίκευσης ή για μικρούς πληθυσμούς ασθενών.
Για τους ασθενείς με χρόνια ή προοδευτικά νοσήματα, αυτή η καθυστέρηση είναι ένας κρίσιμος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την πορεία της νόσου, την ποιότητα ζωής, τη λειτουργικότητα, ακόμη και τη μακροπρόθεσμη πρόγνωση. Σε θεραπευτικές περιοχές όπως η νευρολογία, η ανοσολογία ή τα σπάνια νοσήματα, η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να κάνει ουσιαστική διαφορά στην εξέλιξη της νόσου και στην καθημερινότητα του ασθενούς. Ταυτόχρονα, η υποχρηματοδότηση έχει και μια ακόμη σημαντική επίπτωση: διευρύνει τις ανισότητες πρόσβασης. Δημιουργεί αποκλίσεις μεταξύ ασθενών που έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένα κέντρα και καλύτερη πληροφόρηση και εκείνων που δυσκολεύονται περισσότερο να φτάσουν στις πλέον σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές.
Πιστεύετε ότι η αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης είναι ρεαλιστική ή απαιτείται συνολική αναδιάρθρωση του συστήματος; Το Ταμείο Καινοτομίας που προωθείται με το νομοσχέδιο θα δημιουργήσει προοπτικές ανάπτυξης;
Η συζήτηση γύρω από τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο αν θα πρέπει να αυξηθεί ή όχι. Η πραγματικότητα είναι ότι η αύξησή της είναι αναγκαία και απολύτως ρεαλιστική, εφόσον αντιμετωπιστεί ως στρατηγική επένδυση και όχι ως απλή δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η σημερινή χρηματοδότηση του φαρμακευτικού συστήματος στην Ελλάδα δεν αντανακλά επαρκώς τις σύγχρονες ανάγκες. Έχουμε αύξηση των χρόνιων και πολύπλοκων νοσημάτων, αλλά και μια πρωτοφανή επιτάχυνση της επιστημονικής προόδου, με νέες θεραπείες που αλλάζουν ουσιαστικά την πορεία σοβαρών παθήσεων. Αυτό απαιτεί συνολική αναδιάρθρωση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζεται, κατανέμεται και αξιολογείται η φαρμακευτική δαπάνη.
Χρειάζεται ένα πιο σύγχρονο μοντέλο, που θα βασίζεται στην πρόβλεψη αναγκών, στη συστηματική αξιοποίηση επιδημιολογικών δεδομένων, στη μέτρηση της πραγματικής θεραπευτικής αξίας και στη σύνδεση της αποζημίωσης με τα αποτελέσματα για τον ασθενή. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία του Ταμείου Καινοτομίας αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία και μπορεί πράγματι να δημιουργήσει νέες προοπτικές ανάπτυξης — τόσο για τους ασθενείς όσο και για το ευρύτερο οικοσύστημα υγείας και καινοτομίας, με τη διαμόρφωση ενός πιο σύγχρονου, πιο δίκαιου και πιο αποτελεσματικού συστήματος υγείας.
Η δυναμική του Ταμείου Καινοτομίας είναι σημαντική, γιατί αναγνωρίζει θεσμικά ότι η καινοτομία χρειάζεται ξεχωριστή αντιμετώπιση και εξειδικευμένους μηχανισμούς χρηματοδότησης. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Τι μήνυμα θέλετε να στείλετε προς την Πολιτεία ενόψει των επόμενων μεταρρυθμίσεων; Ποιες είναι οι προτάσεις για το επενδυτικό clawback;
Θα λέγαμε ότι η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα χρειάζεται μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας. Είναι απαραίτητο να περάσουμε από τη λογική της βραχυπρόθεσμης διαχείρισης κόστους σε μια στρατηγική προσέγγιση που αντιμετωπίζει την υγεία ως επένδυση με μακροπρόθεσμο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Η φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί απλώς μία δημοσιονομική δαπάνη, αλλά μοχλό βελτίωσης της δημόσιας υγείας, μείωσης της συνολικής επιβάρυνσης του συστήματος και προσέλκυσης σημαντικών επενδύσεων σε έρευνα και τεχνογνωσία. Η χώρα μας διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα: υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό, ισχυρή ιατρική κοινότητα και δυνατότητα να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο κλινικής έρευνας. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και θα επιτρέπει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στο επενδυτικό clawback, αναγνωρίζουμε ότι αποτέλεσε μια σημαντική πρωτοβουλία, καθώς εισήγαγε για πρώτη φορά μια αναπτυξιακή λογική στο πλαίσιο των υποχρεωτικών επιστροφών. Δημιούργησε ένα εργαλείο μέσω του οποίου οι εταιρείες μπορούν να κατευθύνουν πόρους σε παραγωγικές και ερευνητικές δραστηριότητες, ενισχύοντας την εγχώρια πρόοδο του κλάδου. Η μείωση της γραφειοκρατίας, η ταχύτερη αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων και η μεγαλύτερη διοικητική σαφήνεια θα ενισχύσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.
Η πρότασή μας προς την Πολιτεία είναι να αξιοποιήσει τη σημερινή συγκυρία ως ευκαιρία για έναν νέο, ώριμο και θεσμικό διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Ποια διεθνή μοντέλα χρηματοδότησης θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράδειγμα για την Ελλάδα; Ποια άλλα μέτρα θα προτείνατε να υιοθετήσει η χώρα μας;
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν ήδη επιτυχημένα παραδείγματα χωρών που έχουν καταφέρει να εξισορροπήσουν αποτελεσματικά την ταχεία πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας τους. Χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ολλανδία έχουν αναπτύξει μοντέλα που βασίζονται σε πιο σύγχρονες προσεγγίσεις αποζημίωσης, όπως συμφωνίες επιμερισμού ρίσκου και πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό. Πρόκειται για μηχανισμούς που επιτρέπουν την αξιολόγηση της πραγματικής θεραπευτικής αξίας μιας καινοτομίας, συνδέοντας τη χρηματοδότηση με τα κλινικά αποτελέσματα και τη συνολική ωφέλεια για το σύστημα υγείας. Η Ελλάδα θα μπορούσε να αντλήσει σημαντικά διδάγματα από αυτά τα μοντέλα, υιοθετώντας πρακτικές όπως οι συμφωνίες βάσει αποτελέσματος, όπου η αποζημίωση συνδέεται με την πραγματική αποτελεσματικότητα της θεραπείας στην κλινική πράξη. Δε χρειάζεται απαραίτητα να “αντιγράψει” κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο. Χρειάζεται να προσαρμόσει διεθνώς δοκιμασμένες πρακτικές στις δικές της ανάγκες, χτίζοντας ένα σύστημα πιο ευέλικτο, προβλέψιμο και ουσιαστικά προσανατολισμένο στην αξία για τον ασθενή.
Η Ελλάδα εμφανίζει σημαντικές καθυστερήσεις στην τιμολόγηση και αποζημίωση νέων φαρμάκων. Ποια συγκεκριμένα βήματα θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη διαδικασία χωρίς να θιγεί η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας;
Η επιτάχυνση της τιμολόγησης και αποζημίωσης νέων φαρμάκων αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη βελτίωση της πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών στη θεραπευτική καινοτομία. Σήμερα, οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται δεν σχετίζονται με έλλειψη επιστημονικής αυστηρότητας, αλλά κυρίως με διαδικαστικές δυσλειτουργίες και περιορισμένες διοικητικές δυνατότητες. Χρειάζονται σαφή και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, καθώς η προβλεψιμότητα είναι απαραίτητη τόσο για τις εταιρείες όσο και, κυρίως, για τους ασθενείς που περιμένουν πρόσβαση σε νέες θεραπευτικές επιλογές. Αναγκαία είναι, επίσης, η ουσιαστική ενίσχυση των αρμόδιων επιτροπών αξιολόγησης και διαπραγμάτευσης με επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, εξειδικευμένη τεχνογνωσία και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία. Ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης χρειάζεται πόρους και οργανωτική επάρκεια για να λειτουργεί με συνέπεια και ταχύτητα.
Συμπληρωματικά, θα λέγαμε ότι χρειάζεται να αξιοποιηθούν fast-track διαδικασίες για θεραπείες υψηλής κλινικής αξίας, ιδιαίτερα όταν αφορούν σοβαρά νοσήματα χωρίς διαθέσιμες εναλλακτικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταχύτερη αξιολόγηση μπορεί να έχει καθοριστικό αντίκτυπο στην πορεία των ασθενών. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει και η μεγαλύτερη αξιοποίηση ευρωπαϊκών αξιολογήσεων και διεθνών δεδομένων, ώστε να αποφεύγονται περιττές επαναλήψεις διαδικασιών και να επιταχύνεται η λήψη αποφάσεων.
Αναμφίβολα, με σωστή οργάνωση, ξεκάθαρους κανόνες και θεσμική ενίσχυση, μπορούμε να έχουμε ένα σύστημα που να διασφαλίζει ταυτόχρονα επιστημονική εγκυρότητα, διαφάνεια και έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες που χρειάζονται.
Το PIF έχει προειδοποιήσει για πιθανή αποχώρηση καινοτόμων φαρμάκων από την ελληνική αγορά. Πόσο κοντά είμαστε σε αυτό το σενάριο; Και ποιες κατηγορίες θεραπειών θεωρούνται πιο «ευάλωτες» σε αυτόν τον κίνδυνο;
Αυτός ο κίνδυνος δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με τη μορφή μιας άμεσης ή μαζικής αποχώρησης φαρμάκων από την αγορά. Το πιο πιθανό σενάριο είναι μια σταδιακή αποθάρρυνση της εισαγωγής νέων καινοτόμων θεραπειών στην Ελλάδα ή σημαντικές καθυστερήσεις στη διάθεσή τους. Όταν ένα περιβάλλον χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας, υπερβολικές υποχρεωτικές επιστροφές και περιορισμένη προβλεψιμότητα ως προς την πρόσβαση και τη χρηματοδότηση, είναι φυσικό οι εταιρείες να επανεξετάζουν τις προτεραιότητες και τα χρονοδιαγράμματα διάθεσης νέων θεραπειών. Οι κατηγορίες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε αυτόν τον κίνδυνο είναι κυρίως θεραπείες υψηλής καινοτομίας που απευθύνονται σε μικρό πληθυσμό ασθενών, όπως τα σπάνια νοσήματα, καθώς και ιδιαίτερα εξειδικευμένες βιολογικές ή στοχευμένες θεραπείες. Αυτό που διακυβεύεται, επομένως, δεν είναι μόνο η παραμονή υπαρχουσών θεραπειών, αλλά κυρίως η ταχύτητα και η προθυμία εισαγωγής της επόμενης γενιάς καινοτομίας. Και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στους ασθενείς, οι οποίοι κινδυνεύουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες θεραπευτικές επιλογές σημαντικά αργότερα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Πώς μπορεί η Πολιτεία να αντιστρέψει το κλίμα αποεπένδυσης; Τι χρειάζεται επιπλέον να γίνει ώστε να καταστεί η χώρα μας πιο ανταγωνιστική στην πρόσβαση στην καινοτομία;
Η αντιστροφή του σημερινού κλίματος προϋποθέτει τρία βασικά στοιχεία: σταθερότητα, προβλεψιμότητα και θεσμική συνέπεια. Οι φαρμακευτικές εταιρείες, ειδικά οι εταιρείες καινοτομίας όπως η UCB, λειτουργούν με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι αποφάσεις για επενδύσεις σε κλινική έρευνα, νέες θεραπείες, επιστημονικές συνεργασίες και ανάπτυξη τοπικού αποτυπώματος βασίζονται στην ύπαρξη ενός σαφούς και σταθερού πλαισίου.
Αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, μια σταδιακή και εξορθολογισμένη μείωση των υποχρεωτικών επιστροφών, ώστε να αποκατασταθεί μια πιο βιώσιμη ισορροπία μεταξύ δημόσιας χρηματοδότησης και συμμετοχής της βιομηχανίας. Παράλληλα, απαιτούνται ταχύτερες εγκρίσεις και αποτελεσματικότερες διαδικασίες αξιολόγησης, ώστε η χώρα να μην λειτουργεί αποτρεπτικά για την εισαγωγή νέων θεραπειών. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης να ενισχυθούν τα κίνητρα για κλινική έρευνα και επενδύσεις σε καινοτομία. Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό και ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλού επιπέδου. Το ζητούμενο είναι να μετατραπούν αυτά τα πλεονεκτήματα σε πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο ουσιαστικός και συνεχής διάλογος μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, ασθενών και φαρμακοβιομηχανίας. Οι βιώσιμες λύσεις προκύπτουν μόνο μέσα από συνεργασία και κοινό στρατηγικό σχεδιασμό.
Πώς φαντάζεστε το ιδανικό φαρμακευτικό σύστημα για την Ελλάδα του 2030;
Οραματιζόμαστε ένα φαρμακευτικό σύστημα που θέτει στο επίκεντρο τον ασθενή, είναι ψηφιακά ώριμο και οικονομικά βιώσιμο, ενώ παράλληλα συνδυάζει την έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία με μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Σε αυτό το σύστημα, ο ασθενής θα έχει πρόσβαση στις βέλτιστες διαθέσιμες θεραπείες χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, ανεξαρτήτως θεραπευτικής κατηγορίας ή γεωγραφικής περιοχής. Οι αποφάσεις για την τιμολόγηση και την κάλυψη των φαρμάκων θα βασίζονται σε δεδομένα πραγματικής ζωής, αξιόπιστα ψηφιακά μητρώα ασθενών και μετρήσιμα θεραπευτικά αποτελέσματα, επιτρέποντας πιο δίκαιες αποφάσεις. Παράλληλα, η καινοτομία θα αντιμετωπίζεται ως επένδυση στη δημόσια υγεία, στην πρόληψη, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τελικά στην εθνική ανάπτυξη.
Η Ελλάδα του 2030 μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα σύγχρονης φαρμακευτικής πολιτικής στην Ευρώπη. Αυτό, όμως, προϋποθέτει συλλογική βούληση, θεσμική συνέχεια και έναν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό που θα θέτει στο επίκεντρο τον ασθενή και την αξία της καινοτομίας.























Comments (0)