Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης όσον αφορά τόσο στη συχνότητα και τη θνητότητα από πολυανθεκτικά μικρόβια όσο και την κατανάλωση αντιβιοτικών, όπως επισημάνθηκε πρόσφατα στο 25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Λοιμώξεων. Η μικροβιακή αντοχή είναι η ικανότητα των μικροοργανισμών, όπως τα βακτήρια, να γίνονται όλο και πιο ανθεκτικά σε ένα αντιμικροβιακό στο οποίο ήταν αρχικά ευαίσθητα. Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν σοκαριστικά στοιχεία για τη χώρα μας από τον καθηγητή Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ κ. Νικόλαο Β. Σύψα:
Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θανάτους που σχετίζονται με μικροβιακή αντοχή, με 20 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 6 θανάτων (στοιχεία του 2020). Συνολικά, καταγράφονται περίπου 2.100 θάνατοι ετησίως στη χώρα λόγω λοιμώξεων από ανθεκτικά μικρόβια.
Η κατανάλωση αντιβιοτικών στην κοινότητα παραμένει υψηλή, με 28,5 ημερήσιες δόσεις ανά 1.000 κατοίκους, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 20 δόσεων. Την ίδια τάση ακολουθεί και η χορήγηση των αντιβιοτικών εντός νοσοκομείου. Επιπλέον, το 75% των Ελλήνων ανέφερε ότι έλαβε αντιβιοτικά το 2023, ενώ το 16% παραδέχτηκε ότι τα προμηθεύτηκε χωρίς ιατρική συνταγή.
Η Ελλάδα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο έχει την υψηλότερη συχνότητα βακτηρίων που ανήκουν στην κατηγορία των “παθογόνων προτεραιότητας” του ΠΟΥ — μικρόβια που είναι εξαιρετικά ανθεκτικά και συχνά δεν υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα για τη θεραπεία τους: τέτοια μικρόβια είναι η Klebsiella pneumoniae, το Acinetobacter baumannii, η Pseudomonas aeruginosa και οι ανθεκτικοί εντερόκοκκοι και σταφυλόκοκκοι, για να αναφέρουμε μερικά. Τα περισσότερα από αυτά είναι ανθεκτικά στα αντιβιοτικά τελευταίας γραμμής.
Τι συμβαίνει στα νοσοκομεία
Το κλιμάκιο του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC) που επισκέφθηκε την χώρα μας τον Απρίλιο 2024, χαρακτήρισε τα Ελληνικά νοσοκομεία ως «μη ασφαλές μέρος για ασθενείς», απευθύνοντας 66 συστάσεις για την καταπολέμηση του προβλήματος της νοσοκομειακής αντοχής.
Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν πολύ ανησυχητικά ευρήματα από τον κ. Άγγελο Πεφάνη, Συντονιστή Διευθυντή της παθολογικής Κλινικής του ΓΝΝΘΑ “Η Σωτηρία”. Ενδεικτικές, πρόσφατα δημοσιευμένες, μελέτες από την Ελλάδα 10ετής (2013-2022) μελέτη σε ΜΕΘ πανεπιστημιακού νοσοκομείου της περιφέρειας: Πανανθεκτικά Acinetobacter: το 20% των απομονωθέντων στελεχών.
Νομαρχιακό Νοσοκομείο 360 κλινών: Αύξηση των πανανθεκτικών Acinetobacter, Klebsiella, Pseudomonas από 3,6% (2018-2020) σε 12% (2021-2023) των απομονωθέντων στελεχών
Μελέτη σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο της περιφέρειας: Αυξημένη θνητότητα από πολυανθεκτικά μικρόβια σε ασθενείς με COVID-19 σε σχέση με τους ασθενείς χωρίς COVID-19
1. MRSA: ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι
2. VRE: ανθεκτικοί στη βανκομυκίνη εντερόκοκκοι
3. Προφορική ανακοίνωση ΕΑ 13 (Σάββατο 21/3ου)
Ο μύκητας Candida auris
Εκτός από τα πολυανθεκτικά βακτήρια, ένα αναδυόμενο πρόβλημα για τα συστήματα υγείας διεθνώς αποτελεί ο πολυανθεκτικός μύκητας Candida auris, σύμφωνα με τον κ. Στ. Ασημακόπουλο, Αν. Καθηγητή Παθολογίας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών και Υπεύθυνος της Μονάδος Ειδικών Λοιμώξεων στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών. Η Candida auris χαρακτηρίζεται από αυξημένη αντοχή σε πολλά αντιμυκητικά φάρμακα και από ιδιαίτερη ικανότητα να επιβιώνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο νοσοκομειακό περιβάλλον, γεγονός που ευνοεί τη διασπορά της μεταξύ νοσηλευόμενων ασθενών.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αυξανόμενος αριθμός περιστατικών και νοσοκομειακών επιδημιών στην Ευρώπη, γεγονός που έχει οδηγήσει στην ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης και των μέτρων πρόληψης της μετάδοσης.
Στα ελληνικά νοσοκομεία έχουν επίσης καταγραφεί περιστατικά Candida auris. Ευτυχώς, μέχρι σήμερα τα περισσότερα στελέχη που έχουν απομονωθεί στη χώρα μας παραμένουν ευαίσθητα στις εχινοκανδίνες, οι οποίες αποτελούν την κύρια θεραπευτική επιλογή. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον έλεγχο της διασποράς του μύκητα, καθώς η Candida auris έχει την ικανότητα να προκαλεί νοσοκομειακές επιδημίες, παραμένοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα τόσο ως αποικιστής στους ασθενείς όσο και στις επιφάνειες του νοσοκομειακού περιβάλλοντος.
Απόθεμα αντιβιοτικών
Ο κ. Βασίλης Παπασταμόπουλος, παθολόγος-λοιμωξιολόγος, Συντονιστής Διευθυντής στον Ευαγγελισμό αναφέρθηκε στη διαθεσιμότητα παλαιών και καινοτόμων αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής στην Ελλάδα.
Όπως είπε, η θεραπεία των μικροβιακών λοιμώξεων απαιτεί την άμεση έναρξη χορήγησης των κατάλληλων αντιβιοτικών. Η έγκριση νέων φαρμάκων στη χώρα μας καθυστερεί σημαντικά λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών. Η διαδικασία που προβλέπεται για την προμήθεια αντιβιοτικών πού ήδη κυκλοφορούν σε άλλες χώρες της Ευρώπης, μέσω ΙΦΕΤ, είναι εξαιρετικά χρονοβόρα και κατά μέσο όρο υπερβαίνει τις 7 ημέρες αναμονής, ακυρώνοντας στην πράξη το όφελος που θα μπορούσαν να προσφέρουν.
«Προτείνουμε την καθιέρωση ταχείας διαδικασίας έγκρισης νέων αντιβιοτικών που κρίνονται απαραίτητα. Μέχρι να επιτευχθεί αυτό νομοθετικά, προτείνουμε τη δημιουργία αποθέματος σε όλα τα μεγάλα νοσοκομεία, ώστε να είναι διαθέσιμα άμεσα. Η χορήγησή τους θα προϋποθέτει έγκριση από Λοιμωξιολόγο», σημείωσε. Επιπλέον, διαθέσιμα θα πρέπει να είναι και παλαιότερα φάρμακα κατά των λοιμώξεων, που είτε κατά καιρούς παρουσιάζουν ελλείψεις (πχ Bactrimel, για το οποίο έγινε πρόσφατα παρέμβαση από την ΕΕΛ), είτε αφορούν σε παρασιτικές λοιμώξεις, που στη χώρα μας απαντούν ως εισαγόμενες από ενδημικές περιοχές.
Τα αίτια
Κατά τον κ. Σύψα, κυριότερο αίτιο που οδηγεί στην εμφάνιση της μικροβιακής αντοχής είναι η υπερκατανάλωση και κακή χρήση αντιβιοτικών. Τα αντιβιοτικά αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρωπίνου πνεύματος, αφού χάρη σε αυτά λοιμώξεις που ήταν θανατηφόρες αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, η μηνιγγίτιδα που πρίν τα αντιβιοτικά ήταν σχεδόν πάντα θανατηφόρα, σήμερα έχει θνητότητα μικρότερη του 10%.
Η υπερκατανάλωση δεν αφορά μόνο την ανθρώπινη χρήση αλλά και την χρήση στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τα ζώα και το περιβάλλον, δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, που αντιμετωπίζεται μόνο με ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στο πλαίσιο της προσέγγισης «Ενιαίας Υγείας».
Οι κακές πρακτικές και συνθήκες υγιεινής στα διάφορα περιβάλλοντα παροχής υπηρεσιών υγείας ή στην τροφική αλυσίδα διευκολύνουν τη μετάδοση ανθεκτικών μικροοργανισμών. Η υποστελέχωση και η υπερπληρότητα των Ελληνικών νοσοκομείων επιδεινώνει το πρόβλημα της διασποράς.
Κατανάλωση Αντιβιοτικών στην Ελλάδα
Όπως ανέφερε στο συνέδριο ο Δρ. Αριστοτέλης Τσιάκαλος, παθολόγος λοιμωξιολόγος, η Ελλάδα βρίσκεται για τουλάχιστον μια εικοσαετία στην κορυφή της λίστας κατανάλωσης των αντιβιοτικών, τόσο εντός νοσοκομειακού περιβάλλοντος, όσο και στην κοινότητα. Σε πρόσφατες καταγραφές, ωστόσο, καταδεικνύεται ιδιαίτερα αυξημένη και η κατανάλωση κτηνιατρικών αντιβιοτικών, γεγονός που συμβάλλει στην επιδείνωση του φαινομένου της μικροβιακής αντοχής. Αναλυτικότερα: Όσον αφορά την κοινότητα, το ποσοστό των Ελλήνων που έλαβαν έστω και μία δόση αντιβιοτικού ανήλθε στο 75% το 2025 έναντι του 48% το 2015.
Σύμφωνα με στοιχεία του ECDC για το 2024 η μέση κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ε.Ε. ανέρχεται σε 20 DDDs (Defined Daily Dose) (Καθορισμένες Ημερήσιες Δόσεις ανά 1.000 κατοίκους ανά ημέρα), ενώ στην Ελλάδα είναι κατά 50% υψηλότερη φτάνοντας τα 29.9 DDDs. Σε δημοσκοπική έρευνα του 2025 το 22% των Ελλήνων δήλωσε πως διατηρεί αντιβιοτικά στο σπίτι “για ώρα ανάγκης”, χωρίς ιατρική συμβουλή, ενώ 1 στους 10 λαμβάνει αντιβιοτικά με δική του πρωτοβουλία.
Αντιστοίχως, στα Ελληνικά Νοσοκομεία η κατανάλωση αντιβιοτικών είναι κατά 40 -70% υψηλότερη του Ευρωπαϊκού μέσου όρου, ανάλογα με την κατηγορία. Ειδικότερα, για τα «αντιβιοτικά εφεδρείας» που προορίζονται για πολυανθεκτικές λοιμώξεις, η κατανάλωση στην Ελλάδα το 2024 ήταν 118% υψηλότερη του μέσου όρου (11.8% vs 5.4%).
Την τελευταία 5ετία στην Ελλάδα καταγράφεται αυξητική τάση στις πωλήσεις κτηνιατρικών αντιβιοτικών και η χώρα κατατάσσεται σε εκείνες με δείκτη κατανάλωσης υψηλότερο από τον μέσο όρο (89 mg/PCU -Δεδομένα ΕΜΑ 2024). Ανησυχητική είναι επίσης η αύξηση της κατανάλωση αντιβιοτικών κρίσιμης σημασίας για τον άνθρωπο – συγκρίνοντας δεδομένα του 2015 και του 2024- όπως είναι οι κεφαλοσπορίνες 3ης και 4ης γενιάς (αύξηση 105,8%) και οι κινολόνες (αύξηση 20%). Συνεπώς, η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον μια κρίσιμη πρόκληση, καθώς η απώλεια της θεραπευτικής ισχύος των αντιβιοτικών καθιστά ακόμα και κοινές λοιμώξεις δυνητικά θανατηφόρες για τον πληθυσμό της.
Έρευνα στην Ελλάδα
Για πρώτη φορά στη χώρα μας οι Έλληνες λοιμωξιολόγοι από πολλά νοσοκομεία της επικράτειας ενώνουν τις δυνάμεις τους σε ένα συντονισμένο ερευνητικό πρόγραμμα της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων. Μέχρι σήμερα, τα δεδομένα για τη μικροβιακή αντοχή δημοσιεύονταν συχνά αποσπασματικά από μεμονωμένα νοσοκομεία ή ερευνητικά κέντρα. Σήμερα επιχειρείται κάτι διαφορετικό: τη δημιουργία μιας ενιαίας, αξιόπιστης και πανελλαδικής επιστημονικής βάσης δεδομένων, η οποία αφενός θα αναδείξει το σημαντικό ερευνητικό δυναμικό της χώρας στον τομέα της Λοιμωξιολογίας και αφετέρου θα μας εφοδιάσει με κρίσιμες πληροφορίες για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής στην Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας βρίσκεται σε εξέλιξη η πολυκεντρική μελέτη PROBLEM, στην οποία συμμετέχουν μεγάλα νοσοκομεία από όλη την ελληνική επικράτεια. Η μελέτη καταγράφει προοπτικά περιστατικά σοβαρών λοιμώξεων, κυρίως βακτηριαιμιών, από ανθεκτικά εντεροβακτηριακά και εξετάζει τόσο τημοριακή επιδημιολογία των παθογόνων όσο και την έκβαση των ασθενών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα μικρόβια που παράγουν μεταλλο-β-λακταμάσες (MBL), έναν μηχανισμό αντοχής που εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα στα ελληνικά νοσοκομεία και αποτελεί σήμερα τον κυρίαρχο μηχανισμό αντοχής των πολυανθεκτικών Gram-αρνητικών παθογόνων στις ελληνικές Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, για τον οποίο οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της μελέτης PROBLEM θα παρουσιαστούν στο επερχόμενο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κλινικής Μικροβιολογίας και Λοιμώξεων (ESCMID Global).
Παράλληλα, υλοποιείται δεύτερη πολυκεντρική μελέτη που αξιολογεί στην καθημερινή κλινική πράξη την αποτελεσματικότητα ενός νέου αντιμικροβιακού παράγοντα, του συνδυασμού αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης, στη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά που παράγουν MBL.
Η μελέτη αυτή συγκρίνει την έκβαση των ασθενών που λαμβάνουν τον νέο αυτό παράγοντα με εκείνη ασθενών που αντιμετωπίζονται με τις μέχρι σήμερα διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών αναμένεται να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο για την πραγματική επιδημιολογία των πολυανθεκτικών παθογόνων στη χώρα μας όσο και για την αποτελεσματικότητα των σύγχρονων θεραπευτικών στρατηγικών.
Σε παγκόσμιο επίπεδο
Η μικροβιακή αντοχή δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Πρόκειται για μια “σιωπηλή πανδημία”, η οποία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), απειλεί να καταστήσει αναποτελεσματική τη σύγχρονη ιατρική, θέτοντας σε κίνδυνο ζωές, θεραπείες και χειρουργικές επεμβάσεις.
Εκτιμάται ότι το 2024, περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια θάνατοι παγκοσμίως οφείλονταν άμεσα σε ανθεκτικές λοιμώξεις, ενώ έως το 2050 οι λοιμώξεις από ανθεκτικά μικρόβια θα αποτελούν το πρώτο αίτιο θανάτου παγκοσμίως. Θα είναι η «εποχή-μετά-τα-αντιβιοτικά» που δεν θα υπάρχουν διαθέσιμα αποτελεσματικά αντιβιοτικά.
Το πρόβλημα έχει επίσης οικονομικές συνέπειες: αυξημένο κόστος περίθαλψης, επιμήκυνση νοσηλειών, και επιβάρυνση συστημάτων υγείας. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η αντοχή θα μπορούσε να κοστίζει έως και 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στα συστήματα υγείας της Ευρώπης μέχρι το 2030.
Πώς πορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα
Η λύση είναι η συνδυασμένη δράση σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο υπογραμμίζει ο κ. Σύψας. Ειδικότερα, απαιτούνται:
• Πολιτικές Δημόσιας Υγείας, με οργάνωση εθνικών σχεδίων δράσης με επικέντρωση
στην πρόληψη. Ανεύρεση χρηματοδοτικών εργαλείων για την στήριξη αυτών των
πολιτικών.
• Ενίσχυση των Προγραμμάτων Επιτήρησης: Η δημιουργία ενός διασυνδεδεμένου
ηλεκτρονικού συστήματος επιτήρησης της μικροβιακής αντοχής στα νοσοκομεία σε
πραγματικό χρόνο και η εφαρμογή προγραμμάτων διαχείρισης αντιμικροβιακών
ουσιών μπορούν να συμβάλουνστον περιορισμό της εξάπλωσης ανθεκτικών
μικροβίων .
• Έλεγχος Λοιμώξεων στα Νοσοκομεία, με υιοθέτηση αυστηρών πρωτοκόλλων
υγιεινής, πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού, χρήση κατάλληλων αντισηπτικών
και απομόνωση ασθενών με ανθεκτικά μικρόβια
• Εφαρμογή και Ενίσχυση της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης. Η υποχρεωτική χρήση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τα αντιβιοτικά με την υποχρεωτική χρήση θεραπευτικών πρωτοκόλλων, μπορεί να περιορίσει την ανεξέλεγκτη διάθεστους και να διασφαλίσει την παρακολούθηση της κατανάλωσης .
• Εκπαίδευση και Ενημέρωση Πολιτών, με προώθηση υπεύθυνης στάσης απέναντι στα αντιβιοτικά: να χρησιμοποιούνται μόνο με ιατρική συνταγή και να ολοκληρώνεται η θεραπεία όπως συνιστά ο γιατρός.
• Έρευνα και Καινοτομία, με χορήγηση κινήτρων για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών, εναλλακτικών θεραπειών, και διαγνωστικών εργαλείων ταχείας ανίχνευσης ανθεκτικών στελεχών
Ήδη υπάρχουν πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει κατά κύριο λόγο ο ΕΟΔΥ, αλλά καιΕυρωπαϊκά Προγράμματα (πρόγραμμα REVERSE) ή το πρόγραμμα του Ιδρύματος Σ. Νιάρχος (πρόγραμμα GRIPP) για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων έχει καταρτίσει οδηγό για την σωστή θεραπεία των λοιμώξεων και θα τον διανέμει δωρεάν. Όμως υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν.
Από PHB Μαρτίου -Απριλίου 2026, τεύχος 95
Γίνετε συνδρομητής εδώ























Comments (0)